Μετάφραση Πρωτότυπο
1 Προοίμιο (Από τον Δία) (Proem). Από τον Δία ας πάρουμε την πρώτη αρχή των Μουσών: αυτός είναι που βρίσκεται πιο συχνά στα στόματα των ανθρώπων, αυτός που με τη μεγάλη του δύναμη γεμίζει τα σταυροδρόμια, τις συνάξεις των ανδρών, το βαθύ πέλαγος και τα λιμάνια του πελάγους. Όλοι απολαμβάνουμε τον Δία και όλοι τον χρειαζόμαστε. Είμαστε γέννημά του· με ευνοϊκό οιωνό το δεξί του χέρι μάς χαράζει τον δρόμο και σπρώχνει τον λαό στους μόχθους του, ώστε να φροντίζει για τη ζωή: πότε η γη είναι καταλληλότερη για τη σκαπάνη ή για το βόδι, αυτός μάς ειδοποιεί, και ποια εποχή είναι σωστό να σπέρνουμε ή να ποτίζουμε με νερό τα φυτεμένα βλαστάρια. Αυτός ο ίδιος στερέωσε τα φώτα στο μεγάλο στερέωμα, καθένα στη δική του τάξη, και, προνοώντας για όλον τον χρόνο, μας έδωσε τα άστρα να μας ειδοποιούν ποια ώρα κάθε πράγμα αξίζει να γίνεται, ώστε τα πάντα να ανατέλλουν με σταθερό νόμο. Έτσι ο ίδιος εξευμενίζεται πρώτος, και ο ίδιος τελευταίος. Μεγάλε Πατέρα, μεγάλη αύξηση των θνητών, παλαιότερο γέννημα, και πάνω απ’ όλα, γλυκές Μούσες, όλοι μαζί χαιρετίστε με, και ενώ τραγουδώ τα άστρα, αν το δίκαιο και ο θεϊκός νόμος το επιτρέπουν, ξετυλίξτε μακρύ τραγούδι.
Ab
Jove Musarum primordia
Ab
Jove Musarum primordia: [semper in ore
plurimus
ille hominum est, qui compita numine magno,
conciliumque virum complet, pelagusque profundum,
et pelagi portus.
Fruimur Jove et utimur omnes.
Nos genus
illius; nobis ille omine laeto
5
dextera
praesignat, populumque laboribus urget,
consulat
ut vitae: quando sit terra ligoni
aptior aut bubus monet, et quo tempore par sit
aut serere, aut
septas lymphis adspergere plantas.
Ipse etiam in
magno defixit lumina mundo,
10
ordine
quaeque suo, atque in totum providus annum
astra
dedit, quae nos moneant, qua quaelibet hora
apta
geri, certa nascantur ut omnia lege.
Idem ergo primus placatur, et ultimus idem.
Magne pater, magnum mortalibus incrementum,
15
progenies
prior, et dulces ante omnia Musae,
cuncti
una salvete mihi, et dum sidera canto,
si jus
fasque sinunt, longum deducite carmen.]
2 Οι Άρκτοι (Arcti). Όλα τα άλλα ουράνια σώματα γλιστρούν με γοργή κίνηση, φερμένα μαζί με τον ουρανό όμοια, νύχτα και μέρα: ο άξονας όμως στέκει ασάλευτος και ποτέ δεν αλλάζει τη θέση του· κρατά τη γη ζυγισμένη σε ίσο βάρος, και γύρω του ο ουρανός στροβιλίζεται με μεγάλη δίνη. Το ακρότατο σημείο σε καθέναν από τους δύο στρόφιγγες ονομάζεται πόλος· από αυτούς τους δύο, ο ένας δεν φαίνεται, ο άλλος, προς τον Βορέα, υψώνεται ως τα άνω σύνορα του Ωκεανού. Αυτόν τον περιβάλλουν οι Άρκτοι, ξακουστές με το όνομα της Άμαξας, που οι δικοί μας συνηθίζουν να αποκαλούν Επτά Βόδια του Ζευγολάτη. Το κεφάλι της μιας προς τη φλεγόμενη ράχη της άλλης κοιτάζει, και η περιστρεφόμενη σφαίρα τις σέρνει εναλλάξ, σκυμμένες πάνω στους ίδιους τους ώμους τους. Από την
Κρήτη, αν είναι θεμιτό να το πιστέψει κανείς, ήρθαν στις λαμπρές ακροπόλεις του ουρανού, αφήνοντας το σπίτι τους. Ο
Δίας το θέλησε αυτό, τον οποίο, καθώς έπαιζε σαν παιδί ανάμεσα στα ευωδιαστά χόρτα, τον απέθεσαν στην ευπρόσδεκτη σπηλιά της Δίκτης, κοντά στο Ιδαίο όρος, και τον έθρεψαν έναν ολόκληρο χρόνο, όσο οι Δικταίοι Κορύβαντες ξεγελούσαν τον Κρόνο. Από αυτές τις δύο, η μία ονομάζεται από τους Έλληνες Κυνόσουρα· η άλλη λέγεται Ελίκη, που δείχνει στους Αχαιούς στο πέλαγος προς ποια πορεία πρέπει να στραφεί το πλοίο· αλλά οι Φοίνικες εμπιστεύονται την Ελίκη ως οδηγό τους στο βαθύ νύχτα. Όμως η πρώτη λάμπει περισσότερο, σημαδεμένη με λαμπρότερα άστρα, και πλατιά και αμέσως φαίνεται από την αρχή της νύχτας. Η δεύτερη είναι μικρή· αλλά για τους ναυτικούς υπάρχει όφελος σ’ αυτήν: γιατί με σύντομη πορεία περιστρέφεται σε εσωτερικό κύκλο, και δείχνει τα πιο βέβαια σημάδια στους Σιδώνιους ναυτικούς.
Caetera
labuntur celeri caelestia motu,
cum
caeloque simul noctesque diesque feruntur:
20
[axis at immotus numquam vestigia mutat;
sed
tenet aequali libratas pondere terras;
quem
circum magno se volvit turbine caelum:]
extremusque adeo duplici de cardine vertex
dicitur
esse polus, [quorum hic non cernitur, ille
25
ad
Boream, Oceani supera ad confinia tendit.
Quem cingunt
Ursae celebres cognomine Plaustri],
quas
nostri Septem soliti vocare Triones.
[Alterius
caput alterius flammantia terga
adspicit, inque vicem pronas rapit orbis in ipsos
30
conversas
humeros.
Creta, si credere fas est,
Ad
caeli nitidas arces venere relicta.
Jupiter hoc voluit, quem sub beneolentibus herbis
ludentem
Dicti grato posuere sub antro,
Ideaum ad montem, totumque aluere per annum,
35
Saturnum fallunt dum Dictaei Corybantes.]
Ex his altera
apud Graios Cynosura vocatur;
altera
dicitur esse Helice, [que monstrat Achivis
in
pelago navis quo sit vertenda, sed illa]
hac fidunt duce
nocturna Phoenices in alto.
40
Sed prior illa
magis stellis distincta refulget,
et late
prima confestim a nocte videtur.
Haec vero parva est; sed nautis usus in hac est:
nam
cursu interiore brevi convertitur orbe,
[signaque
Sicloniis monstrat certissima nautis.]
45
3 Ο Δράκων (Draco). Ανάμεσά τους, σαν ποτάμι με ορμητικό ρεύμα, ο άγριος Δράκων έρπει από κάτω, και τυλίγοντας τον εαυτό του από πάνω, σχηματίζοντας από το σώμα του λυγισμένες σπείρες, που τις αγγίζουν τα σκυλιά του αρκτικού βυθού, χωρίς τα ίδια να βραχούν. Η Ελίκη όμως περιζώνεται από τον όγκο της ακρότατης ουράς του· εκεί όπου είναι η καμπή της σπείρας του, κείται το κεφάλι της Κυνοσουρίδας Άρκτου: αυτή ωστόσο τον αγγίζει με τα πόδια της, από την ίδια την κορυφή ως τον λαγόνα. Εδώ πάλι ο Όφις στρέφεται πίσω στην ανάστροφη πορεία του. Γι’ αυτόν δεν λάμπει ένα μόνο άστρο στολίζοντας το κεφάλι του· οι κρόταφοί του είναι σημαδεμένοι με διπλή λάμψη, και από τα άγρια μάτια του φλέγονται δύο πυρά φώτα, και το σαγόνι του λάμπει με ένα ακτινοβόλο άστρο· το κεφάλι σκυμμένο και γερμένο πίσω στον στρογγυλό λαιμό, θα έλεγες πως καρφώνει το βλέμμα του στην ουρά της μεγαλύτερης Άρκτου. Τα δεξιά μέρη της ουράς στέκουν αντίκρυ στα άκρα του κεφαλιού. Εδώ το κεφάλι βυθίζεται λίγο, και ξαφνικά κρύβεται, εκεί όπου η ανατολή και η δύση σμίγουν στο ίδιο μέρος.
Has inter,
veluti rapido cum gurgite flumen,
torvu’
Draco serpit subter, superaque revolvens
sese,
conficiensque sinus e corpore flexos,
[quos cani tangunt immunes
gurgitis Arctoi.
Verum haec extremae circumdatur agmine caudae;
50
qua
spirae sinus est, involvitur altera caelo.
Nempe Helice extremae circumdatur agmine caudae;
qua
spirae sinus est, caput est Cynosuridos ursae:
quae
tamen usque pedes summo ilium a vertice tangit.
Retrogrado hic
iterum cursu convertitur Anguis.]
55
Huic non una modo caput ornans stella relucet;
verum
tempora sunt duplici fulgore notata,
e
trucibusque oculis duo fervida lumina flagrant,
atque
uno mentum radianti sidere lucet;
obstipum caput et tereti cervice reflexum
60
obtutum in caudam
majoris figere dicas.
[Opposita
extremae capitis sunt dextera caudae.]
Hoc caput hic
paullum sese, subitoque recondit,
ortus
ubi atque obitus parte admiscentur in una.
4 Ο Γονυπετής (Engonasin / Ηρακλής). Δίπλα ακριβώς, σαν την κουρασμένη μορφή ανθρώπου που πενθεί, στρέφεται κάποια σιλουέτα: ποιος είναι, κανείς δεν θα μπορούσε να σου πει με βεβαιότητα, ούτε από ποιον μόχθο είναι αποκαμωμένος· κι όμως τον αποκαλούν Engonasin, επειδή φέρεται στηριγμένος στα γόνατα. Απλώνει και με τα δύο χέρια προς αντίθετα μέρη, και ξεδιπλώνεται πάνω από τους ώμους με τεντωμένους τους βραχίονες, και πάνω από το πρόσωπο του Όφεως, που από τα κοίλα ρουθούνια ξεφυσά φωτιά, στηρίζει το πάτημα του δεξιού του ποδιού.
Adtingens defessa velut moerentis imago
65
vertitur
: [hanc nemo certo tibi dicere possit,
aut quisnam, quo sit fessus, labor attamen illam]
Engonasin
vocitant, genibus quod nixa feratur.
[Illa
petit binis manibus diversa locorum,
atque
humeros supera tensis dispenditur ulnis,
70
et
super ora cavis spirantia naribus ignem
Serpentis
dextrae figit vestigia plantae.]
5 Ο Στέφανος (Corona). Εδώ είναι τοποθετημένος εκείνος ο Στέφανος με την ασύγκριτη λάμψη. Αυτόν, ως μαρτυρία της αγάπης του για την
Αριάδνη, ο
Βάκχος τον ανέβασε στον ουρανό, εκεί όπου η ράχη του Γονυπετή ανοίγει. Δίπλα στους ώμους του κείται το στεφάνι. Κοντά στο κεφάλι του Οφιούχου,
Hic illa eximio
posita est fulgore Corona.
[Hanc
Ariadnaeum Bacchus testatus amorem
intulit
in caelum, qua Nixi terga fatiscunt.
75
Juxta humeros
sertum est. Propter caput Anguitenentis,]
6 Ο Οφιούχος (Ophiuchus). τον οποίο οι Έλληνες ονομάζουν με το λαμπρό όνομα Οφιούχος, βρίσκεται το κεφάλι του Γονυπετή· και από την ψηλότερη κορυφή του Γονυπετή πολύ εύκολα θα αναγνωρίσεις τα φωτεινά άστρα του άλλου. Πάνω από τους διπλούς ώμους του φαίνεται στερεωμένο ένα στιλβωτό άστρο τέτοιας όψης, τέτοιας λαμπρότητας, που λάμπει όπως αντανακλά η σελήνη όταν είναι σε πλήρες φως. Δεν είναι ίση η δύναμη στα δίδυμα χέρια του, αν και σ’ αυτά δεν λείπει η λαμπρότητα, ούτε ο όγκος τους είναι ο ελάχιστος· ωστόσο η λάμψη τους είναι ισχνή, με φως σκορπισμένο τριγύρω. Με τη διπλή πίεση των παλαμών του κρατά γερά τον Όφι, και ο ίδιος μένει δεμένος από αυτόν με όλο του το σώμα· γιατί ο Όφις περιζώνει τη μέση του άνδρα κάτω από το στήθος. Αυτός όμως, στηριζόμενος βαριά, στερεώνει τα πατήματά του, και πιέζει με τα πόδια τα μάτια και το στήθος του Σκορπιού. Πιεσμένος από το δεξί του χέρι, ο Στέφανος ανατέλλει· αλλά από την αριστερή πλευρά το μινωικό στεφάνι αγγίζει την κορυφή του μάγουλού του.
quem
claro perhibent Ophiuchon nomine Graii,
[est
caput illius, summoque ex vertice Nixi
perfacile
alterius candentia sidera nosces.]
Huic supera duplices humeros adfixa videtur
80
stella
micans tali specie, talique nitore,
[fulgeat
ut, pleno quum lumine luna refulget.
Non par est
geminis manibus vigor, et licet illis
nec
nullus splendor, nec sit parvissima moles,
attamen
est tenuis disperso lumine fulgor.]
85
Hic pressu
duplici palmarum continet Anguem,
atque eo ipse manet religatus corpore toto;
namque virum medium
Serpens sub pectore cingit.
Ille tamen
graviter nitens vestigia ponit,
atque oculos urget
pedibus pectusque Nepai.
90
[Hic
pressus dextra, surgit: sed parte sinistra
sertaque
supremae tangunt Minoia malae.
7 Οι Χηλές (Chelae). Κάτω από τη σπείρα του θα αναζητήσεις τις Χηλές με το πελώριο σώμα τους, που ωστόσο, παρά τον όγκο τους, δεν εκπέμπουν μεγάλη λάμψη.
Sub spira
quaeres immenso corpore Chelas,
quae
tamen haud magnum jactant pro moIe nitorem.
8 Ο Αρκτοφύλακας (Arctophylax / Βοώτης). Την ίδια την Ελίκη ακολουθεί κάποιος με μορφή όχι ανόμοια με βουκόλο, ο Αρκτοφύλακας, που κοινώς λέγεται Βοώτης, επειδή σπρώχνει μπροστά του την Άρκτο, σαν να ήταν ζεμένη στο τιμόνι. Λαμπρός είναι, και κάτω από το στήθος του φαίνεται στερεωμένο ένα άστρο που λάμπει με ακτίνες, με το λαμπρό όνομα Αρκτούρος.
Ipsam Helicen
sequitur non dispar forma Bubulco,]
95
Arctophylax,
vulgo qui dicitur esse Bootes,
quod
quasi temone adjunctam prae se quatit Arcton.
[Clarus hic, et] subter praecordia fixa videtur
stella
micans radiis, Arcturus nomine claro.
9 Η Παρθένος (Virgo). Εδώ, κάτω από τα πόδια του Βοώτη, προβάλλει, τοποθετημένη χωριστά, η Παρθένος, κρατώντας το λαμπρό στάχυ, με σώμα που ακτινοβολεί. Είτε πατέρας της είναι ο Αστραίος, που λέγεται επίσης πατέρας των αστερισμών και των άστρων, είτε κάποιος άλλος, ας είναι ευμενής: αυτή την ιστορία διηγούνται κοινώς. Η
Αστραία κάποτε κατοίκησε στη γη, αφήνοντας τον ουρανό, και δεν αποστράφηκε τις συνάξεις των αρχαίων ανθρώπων, ούτε καταφρόνησε να επισκεφθεί τις συναθροίσεις των γυναικών· απαλλαγμένη από τον θάνατο, εγκαταστάθηκε σμιγμένη με το θνητό γένος, χαίροντας με το όνομα της Δικαιοσύνης· και στους γέροντες που συνάζονταν, είτε στη μεγάλη αγορά, είτε στην πλατιά, ανοιχτή πλατεία, με ζήλο υπαγόρευε στους λαούς τους πολιτικούς νόμους. Δεν υπήρχε ακόμη κακή έριδα, ούτε γνωστή διχόνοια, ούτε άγρια στάση είχε εξαγριώσει τον ευμετάβλητο όχλο, ούτε τα άγρια στενά είχαν νιώσει την πίεση τολμηρών καρινών· αλλά, αυλακώνοντας τη γη με το αλέτρι που σέρνουν τα βόδια, προτιμούσαν να ζουν ευχαριστημένοι με λιτή ζωή, καθώς η Θεά αρκούσε στους δίκαιους τα πάντα από το γεμάτο της κέρας. Έτσι παρέμεινε, όσο στην ιερή γη παρέμενε το χρυσό γένος. Αλλά δεν χάρηκε υπερβολικά με το μέταλλο του αργύρου· και καθώς άλλαξαν τα ήθη, άλλαξε προηγουμένως και η βούλησή της, και σπάνια πια ένωνε τη θεϊκή της φύση με το χειρότερο γένος. Μονάχη κατέβαινε από τα τραχιά βουνά, βαδίζοντας προς τη νύχτα, χωρίς να κολακεύει κανέναν με τρυφερά λόγια. Αλλά μόλις έφτανε στις μεγάλες πόλεις των ανθρώπων, εκδικούνταν τα ανόσια εγκλήματά τους με τρομερά λόγια:,,Δεν θεωρώ πια τον εαυτό μου άξιο να με βλέπετε, ω εκφυλισμένο γένος, τώρα δεύτερο γέννημα του πρώτου γεννήματος, που θα έχεις εγγονούς όλο και πιο εκφυλισμένους, ξανά και ξανά. Τότε άγριοι πόλεμοι θα κρέμονται πάνω από το γένος των ανθρώπων, και ανείπωτες σφαγές θα απειλούν, και τη φταίξη της θα την ακολουθεί ως σύντροφος η τιμωρία”. Έτσι μίλησε, και άφησε τους λαούς ενώ ακόμη κρατούσαν τα πρόσωπά τους στραμμένα πάνω της, και τράβηξε προς τα βουνά και τα αδιάβατα μέρη των δασών. Αυτή την εποχή την άφησε στη ζωή, και άφησε πίσω το γέννημά της. Τότε αληθινά το σιδερένιο γένος ξεπρόβαλε ξαφνικά, και τόλμησε πρώτο να σφυρηλατήσει το ολέθριο ξίφος, και να γευτεί με το χέρι το βόδι, δαμασμένο και υποταγμένο. Τότε η Θεά, μισώντας το θνητό γένος, πέταξε ψηλά, και εγκαταστάθηκε στο βασίλειο του Δία, σε ένα μέρος του ουρανού· λαχαίνοντας λαμπρή θέση, όπου, σε καθαρή νύχτα, η Παρθένος λάμπει περίοπτη, γειτόνισσα του Βοώτη. Πάνω της στρέφονται οι διπλοί της ώμοι, και η φτερούγα
[Hic
se] sub pedibus profert finita Booti
100
spicum
illustre tenens splendenti corpore Virgo.
[Sive
illi
Astraeus pater est, qui dicitur idem
sideribus
stellisque pater, seu quilibet alter,
sit
felix: sane haec narratur fabula vulgo.
Incoluit caelo
terras Astraea relicto,
105
conventusque hominum non dedignata priorum,
sed nec femineos spernens invisere coetus,
Leti expers,
generi mortali mixta resedit,
nomine Justitiae gaudens; senibusque coactis,
sive
foro in magno, seu latipatente platea,
110
civiles populis
dictabat sedula leges.
Nec mala lis
fuerat, necdum discordia nota,
nec
fera seditio furiarat mobile vulgus,
saeva
nec audaces fuerant freta pressa carinas:
sed bubus tracto sulcantes vomere terras,]
115
malebant
tenui contenti vivere cultu,
[sufficiente Dea justis pleno omnia cornu.
Haec manet, in sanctis dum gens manet aurea terris.
Sed non argenti
nimis est laetata metallo;
moribus
at versis, prior est quoque versa voluntas,
120
raraque
pejori junxit sua numina genti.
Sola sed ex
raucis descendens montibus ibat
sub
noctem, nulli teneris blandita loquelis.
Sed simul ac magnas hominum venisset ad urbes,
improba
terrificis sic ulta est crimina verbis:
125
“Non ego me
dignor posthac monstrare videndam,
degener
o primae proles nunc altera prolis,
degeneres
iterumque iterumque habitura nepotes.
Tunc fera bella hominum generi, caedesque nefandae
impendent,
culpamque comes sua poena sequetur”.
130
Sic ait, et
populos intenta etiam ora tenentes
linquit
et ad montes silvarumque avia tendit.
Haec aetas vitam liquit, sobolemque reliquit.]
Ferrea tum vero
proles exorta repente est,
ausaque
funestum prima est fabricarier ensem,
135
et
gustare manu victum domitumque juvencum.
[Tunc
mortale exosa genus Dea in alta volavit,]
et
Jovis in regno, caelique in parte resedit;
[illustrem sortita locum, qua nocte serena
Virgo conspicuo
fulget vicina Bootae.
140
Huic humeros
supera duplices convertitur, alam
10 Ο Προτρυγητής (Praevindemiator / Protrygeter). προς τα δεξιά, που λέγεται με το ελληνικό όνομα Προτρυγητής, άστρο που λάμπει, τέτοιας όψης και τέτοιας λαμπρότητας όπως εκείνο που κυλά κάτω από την ουρά της πελώριας Άρκτου. Εκείνο μεν φλέγεται· αλλά και αυτή η Παρθένος έχει περισσότερα φλεγόμενα άστρα, που με λίγο κόπο θα μπορέσεις να βρεις. Γιατί ακόμη και μπροστά στα πόδια της, σημαδεμένο με μεγάλη λάμψη, λάμπει ένα άστρο· έπειτα το πρώτο ανεβαίνει στους ώμους, το δεύτερο στους λαγόνες. Το τρίτο, κάτω από την ουρά, στο ίδιο το γόνατο, απλώνει το φως του. Τα υπόλοιπα όμως λάμπουν σκορπισμένα εδώ κι εκεί, χωρίς όνομα.
ad
dextram, Graio Protrygeter nomine dicta,
stella
micans, tali specie, tatique nitore,
qualis
et immensae sub cauda volvitur Arcti.
Illa quidem flagrans; sed et huic flagrantia plura
145
sidera,
quae parvo poteris reperire labore.
Quin etiam ante
pedes magno fulgore notata
stella
nitet: dehinc prima humeros subit, altera lumbos].
Tertia sub
caudam ad genus ipsum lumina pandit.
[Caetera
sed certo passim sine nomine fulgent.]
150
11 Οι Δίδυμοι (Gemini). Αλλά τους Διδύμους, το γέννημα, θα τους δεις κάτω από το κεφάλι της Άρκτου: κάτω από το μέσον τους είναι τοποθετημένος ο Καρκίνος, και στα πόδια τους κρατιέται ο μεγάλος Λέων, τινάζοντας από το σώμα του την τρεμάμενη φλόγα. Εδώ το μονοπάτι του Φοίβου ξεδιπλώνει τα ύψιστα πυρά του: τότε κανένα στάχυ δεν φαίνεται στα οργωμένα χωράφια· και στην ίδια την έναρξη του ήλιου, καθώς τρέχει στο γαλάζιο του ουρανού, με αυτή την κίνηση του ακτινοβόλου, οι ετήσιοι άνεμοι, συναγμένοι, πέφτουν πάνω στα νερά του βυθού, και φυσούν με μακρύ φύσημα. Τότε ας μη μου αρέσει το κουπί, που το χρειάζεται μια άθλια σχεδία, αλλά σκάφος αρκετά ευρύχωρο, και κατάλληλο για τον άνεμο, με ίσιο πηδάλιο.
At natos Geminos invises sub caput Arcti:
subjectus mediae est Cancer, pedibusque tenetur
magnu’
Leo, tremulam quatiens e corpore flammam.
[Explicat hic summos ardores semita
Phoebi:
tunc
nullae adparent per culta novalia spicae;
155
principioque adeo solis per caerula caeli]
hoc
motu radiantis, Etesiae in vada ponti
[procumbunt glomerati, et longo flamine spirant.
Tunc mihi non
remi placeat rati indiga, verum
Larga satis,
rectoque ad venti commoda clavo.
160
12 Ο Ηνίοχος (Erichthonius / Auriga). Αν επιθυμείς να γνωρίσεις τον Ηνίοχο και τα άστρα του Ηνιόχου, και κάποια φήμη για την Αίγα έχει φτάσει στα αυτιά σου, και για τα Ερίφια συγχρόνως, που τα δύο τους φώτα οι άνθρωποι συχνά βλέπουν μέσα στην οργισμένη θάλασσα, εκεί όπου τραντάζονται τα πτώματα: θα βρεις τον Ηνίοχο, πελώριο· με όλο του το σώμα φέρεται, κρυμμένος κάτω από την αριστερή πλευρά των Διδύμων. Αντίκρυ στο κεφάλι του η αγριομάτα Ελίκη επαγρυπνεί. Η λαμπρή Αίγα κατέχει τον αριστερό του ώμο· πιστεύεται πως κάποτε πρόσφερε τους μαστούς της να θηλάσει τον μικρό ακόμη Κεραυνοφόρο· αυτήν οι λειτουργοί του Δία την ονόμασαν Ωλένια αίγα. Όμως αυτή είναι προικισμένη με μεγάλο και λαμπρό σημάδι. Αντίκρυ της τα Ερίφια ρίχνουν στους θνητούς μικρή φωτιά, στα χέρια του Ηνιόχου· και κρατώντας τα ίχνη του, ο κερασφόρος Ταύρος ορθώνεται, στηριγμένος στο δυνατό του σώμα, τον οποίο θα μπορούσες να αναγνωρίσεις με όχι δύσκολο συλλογισμό.
Si
cupis Aurigam atque Aurigae noscere stellas,
ullaque
fama tuas Caprae pervenit ad aures,
Haedorumque
simul, quorum duo lumina cernunt
saepe
per iratum jactata cadavera pontum:
Aurigam
invenies ingentem: corpore toto]
165
sub laeva
Geminorum
obductus parte feretur.
Adversum caput huic Helicae truculenta tuetur.
At Capra laevum humerum clara obtinet: [illa
putatur
ubera
adhuc parvo lactenda dedisse Tonanti;
hanc
Jovis Oleniam capram dixere ministri.]
170
Verum haec est magno atque illustri praedita signo.
Contra Haedi
exiguum jaciunt mortalibus ignem
[Aurigae
in manibus: cujus vestigia servans]
corniger
est valido connixus corpore Taurus,
[quem
non difficili ratione agnoscere possis.
175
13 Ο Ταύρος (Taurus). Γιατί τον στολίζουν άστρα, που δεν χρειάζονται σημάδι φερμένο απ’ έξω, τα οποία σχηματίζουν το ζωντανό του κεφάλι και από τις δύο πλευρές, σκορπίζοντας τα ξακουστά τους φώτα σε όλο του το μέτωπο. Αυτά τα άστρα οι Έλληνες συνήθιζαν να ονομάζουν Υάδες. Αλλά το δεξί πόδι του Ηνιόχου και το αριστερό κέρατο του Ταύρου λάμπουν με μία φωτιά, και τα δύο φέρονται μαζί. Όμως το βόδι, καθώς ο Ηνίοχος προηγείται, κατευθύνεται προς τον πλατύ Ωκεανό, αν και ανατέλλουν μαζί από τα ήρεμα κύματα της θάλασσας.
Namque illum
exornant externi haud indiga signi
sidera,
quae vivum caput olli utrimque figurant,
inclyta
per totam spargentia lumina frontem.]
Has Graeci
stellas Hyadas vocitare suerunt.
[Sed
pes Aurigae dexter, cornuque sinistrum
180
Tauri uno igne micant, pariterque feruntur uterque.
At prior Auriga latum petit Oceanum bos,
quum tamen e
placidis surgant simul aequoris undis.
14 Ο
Κηφεύς (Cepheus). Επιπλέον το αρχαιότατο γένος του Κηφέως, γιου του Ιάσου, είναι γνωστό για τα δικά του βάσανα, που ο Δίας, ο δημιουργός της γενιάς του, ξαφνικά τοποθέτησε ανάμεσα στα ξακουστά άστρα. Γιατί ο ίδιος στρέφεται ακριβώς πίσω από τη ράχη της Κυνοσουρίδας Άρκτου, ο γιος του Ιάσου, τεντώνοντας τους βραχίονες με ανοιχτές παλάμες· και από την ακρότατη ουρά της Άρκτου μια μετρητική γραμμή ορίζει το καθένα πόδι, όσο απέχει το πόδι από το πόδι.
Quin etiam
Iasidae domus antiquissima
Cephei
aerumnis est nota suis, quam Jupiter, auctor
185
progenii,
subito praeclaris intulit astris.]
Namque ipsum ad tergum Cynosurae vertitur Arcti
[Iasides, pansis distendens brachia palmis;
tantaque
ab extrema cauda disterminat Arcti
regula
utrumque pedem, quanta pes a pede distat.
190
15 Η
Κασσιόπη (Cassiepea). Αλλά αν μετακινήσεις λίγο τα μάτια σου από τη ζώνη του Κηφέως, στρέφοντάς τα προς τις πρώτες τάξεις του άγριου Δράκοντα, εδώ θα είναι η Κασσιόπη, που με ολόγιομη σελήνη δεν θα μπορέσεις να τη διακρίνεις, αμυδρή στην όψη των άστρων της. Γιατί τα άστρα της δεν είναι πυκνά, ούτε ενωμένοι αστερισμοί συνθέτουν από ποικίλα πυρά ένα εξαίρετο πυρ: αλλά όπως ο σύρτης, τοποθετημένος αντίκρυ στο φύλλο διπλής θύρας, κλείνει γερά τις πύλες που στερεώνονται με αμπάρα, έτσι και αυτά τα άστρα, τοποθετημένα χωριστά, της δίνουν αυτό το σχήμα, καθένα χωριστά· και η ίδια απλώνεται με ανοιγμένους τους βραχίονες, όχι αλλιώτικα παρά κάποια που λυπάται την άδικη μοίρα της κόρης της.
Quod si a Cephaeo paulum tua lumina balteo
dimoveas,
versus saevi agmina prima Draconis,
hic erit, haud plena poteris quam cernere luna,]
obscura
specie stellarum
Cassiepea.
[Nam
non crebrae illi stellae, neque sidera juncta
195
egregium
ex variis componunt ignibus ignem:
sed
quali portas firmatas objice clavi
obcludit
vectis bifori vis obdita valvae,
talia
et hanc etiam prive disposta figurant
sidera
; et ipsa adeo passis distenditur ulnis,
200
non
secus ac sortem natae miseretur iniquam.]
16 Η
Ανδρομέδα (Andromeda). Γιατί κοντά της ακριβώς, με φωτεινό σώμα, στρέφεται η Ανδρομέδα, φεύγοντας θλιμμένη από το βλέμμα της μητέρας της: για να την αναζητήσεις τη νύχτα δεν χρειάζεται αγωνιώδης κόπος· τόσο λαμπρό είναι το κεφάλι της, με τόσο μεγάλο άστρο φλέγονται και οι δύο ώμοι, και τα ψηλότερα πόδια της, και τα ρέοντα φορέματά της. Και αυτή απλώνει τους βραχίονες προς διάφορα μέρη, και, όπως πριν, έτσι και τώρα, στο μεγάλο στερέωμα, τα δεσμά της δεν ανακουφίζουν τις παλάμες της, κουρασμένες από το σκληρό βάρος.
Hanc namque
illustri versatur corpore propter
Andromeda,
aufugiens conspectum moesta parentis:
[quam
non sollicitus noctu labor inquirendi;
tam clarum caput est, tam magno sidere flagrant
205
ambo humeri,
summique pedes, vestesque fluentes.
Haec etiam in
varias distendit brachia partes,
utque
prius, sic nunc in magno vincula mundo
non
relevant duro defessas pondere palmas.]
17 Ο Ίππος (Equus / Πήγασος). Δίπλα της εκείνος ο Ίππος, τινάζοντας τη χαίτη του με στιλβωτή λάμψη, αγγίζει με την κοιλιά του την κορυφή του κεφαλιού της, και ένα μόνο άστρο, ενώνοντας, κρατά τις δύο μορφές με κοινό φως, επιθυμώντας να υφάνει από τα άστρα αιώνιο κόμπο. Αλλά την πλευρά και τους ώμους του αλόγου τα ζωγραφίζουν τρία άστρα, άστρα που απέχουν μεταξύ τους σε ίσο διάστημα, με ασύγκριτη λάμψη, με την οποία ούτε το ψηλό κεφάλι είναι ίσο, ούτε ο μακρύς λαιμός· αλλά το τελευταίο της φλεγόμενης σιαγόνας άστρο δεν υστερεί σε λάμψη από εκείνα τα άλλα τέσσερα, λάμποντας το ίδιο, το μεσαίο ανάμεσα στα φωτεινά άστρα. Δεν είναι βέβαια εδώ τετράποδο, αλλά ως τη μέση κοιλιά το ευγενικό άτι προβάλλει το σεβάσμιο πρόσωπό του, ευδιάκριτο. Λένε πως κάποτε, κοντά στις ψηλότερες κορυφογραμμές του Ελικώνα, μας χάρισε το νάμα της Ιπποκρήνης. Τότε η πρασινάδα του αονικού βουνού δεν είχε ακόμη βραχεί με το γόνιμο νερό· μόλις η οπλή του ευγενούς πουλαριού χτύπησε το έδαφος, αμέσως ανάβλυσε πηγή πελώρια, απ’ όπου οι πρώτοι βουκόλοι την ονόμασαν αλογήσια. Εκείνη η πηγή, στάζοντας από τους βράχους, ποτίζει τα χωράφια σου, γη της Θεσπίας· αλλά ο Ίππος, για τόσο μεγάλο δώρο, στολίζει τα λαμπρά ενδότερα του μεγάλου ουρανού.
Huic Equus ille jubam quatiens fulgore micanti
210
summum contingit caput alvo, stellaque jungens
una
tenet duplices communi lumine formas,
aeternum ex astris
cupiens connectere nodum.
[Sed latus atque armos depingunt terna caballi,
aequali
a sese spatio quae sidera distant,
215
eximio
fulgore, quibus par nec caput altum,
nec
longa est cervix: flagrantis at ultima malae
quatuor
his aliis non cedat stella nitore,
fulgentes inter stellas
media ipsa refulgens.
Non equidem hic
quadrupes, verum media tenus alvo
220
conspicuus profert sonipes venerabilis ora.
Hunc fama est
olim propter juga summa
Heliconis
Hippocrenaeum
nobis donasse liquorem.
Tunc nondum
Aonii maduere virentia montis
fecundo
latice: ut generosi prima cabalii
225
ungula humum feriit, simul ingens prosiliit fons,
unde
caballinum primi vocitare bubulci.
Ille quidem stillans e saxis irrigat agros,
Thespia terra,
tuos; sed Equus, pro munere tanto,
exornat
magni penetralia lucida caeli.]
230
18 Ο Κριός (Aries). Έπειτα ο Κριός είναι κολλημένος, με τα στριφτά του κέρατα. Αυτός μεν, για πάντα σπρωγμένος στις μακριές του τροχιές, δεν τρέχει πιο νωθρά από τον αστερισμό της Κυνοσουρίδας Άρκτου, αλλά αδύναμος και αμυδρός, σαν να αμβλύνει η σελήνη την κόψη της φλόγας του, κυλά κοντά στη ζώνη της Ανδρομέδας. Από κοντά, κάτω από αυτήν, μπορείς να τον αναγνωρίσεις από αυτό το στήριγμα: γιατί τρίβει το μεσαίο μέρος του ουρανού, όπως πριν εκείνες οι Χηλές, και το στήθος, όπου διακρίνεται ο
Ωρίων.
Exin contortis Aries cum cornibus haeret.
[Ille quidem aeternum longos agitatus in orbes
segnior haud currit signo Cynosuridos Arcti,
languidus
obscurusque tamen, ceu luna retundat
flammae
aciem, Andromedae se propter cingula volvit.]
Cominus hanc
subter possis cognoscere fultum:
235
nam caeli mediam partem terit, ut prius illae
Chelae, tum
pectus qua cernitur
Orionis.
19 Το Τρίγωνο (Deltoton). Και κοντά θα δεις ένα μικρό σημάδι, κάτω από το λαμπρό στήθος της Ανδρομέδας, που οι Έλληνες συνηθίζουν να ονομάζουν Deltoton, επειδή η μορφή του λάμπει με όμοιο σχήμα με το γράμμα τους. Γι’ αυτό προβάλλει η καθεμιά πλευρά, χαραγμένη με όμοιο μήκος· αλλά όχι το τρίτο μέρος της πλευράς, γιατί αυτό είναι μικρότερο από εκείνα, ωστόσο λάμπει ξακουστό, με άστρα τοποθετημένα πυκνά και μακριά.
Et prope conspicies parvum, sub pectore claro
Andromedae,
signum, Deltoton dicere Graii
240
quod
soliti, simili quia forma litera claret.
Huic spatio
ductum simili latus exstat utrumque;
at non tertia pars lateris; namque est minor illis,
sed
stellis longe densis praeclara relucet.
20 Οι Ιχθύες (Pisces). Λίγο χαμηλότερα είναι ο Κριός, και πιο γερμένος προς τον νότιο άνεμο· και ακόμη πιο ορμητικά από αυτόν, οι Ιχθύες, από τους οποίους ο ένας γλιστρά λίγο μπροστά, και αγγίζεται περισσότερο από τις φοβερόηχες φτερούγες του Ακυλώνα. Και από τις ουρές τους, σαν χάλκινες αλυσίδες, στραμμένες πολύ χωριστά, έρπουν μέσα από τα φώτα, και τελικά πιάνονται μαζί, από κοινού, σε ένα μόνο άστρο, που οι Αρχαίοι συνήθιζαν να αποκαλούν Ουράνιο Κόμπο.
Inferior paullo
est Aries, et flamen ad Austi
245
inclinatior, atque etiam vehementius illo
Pisces, quorum
alter paullum praelabitur ante,
et magis
horrisonis Aquilonis tangitur alis.
Atque horum e
caudis duplices velut aere catenae,
discessuque diu versae per lumina serpunt,
250
Atque una tandem in stella communiter haerent,
quam
Veteres soliti caelestem dicere Nodum.
21 Ο
Περσεύς (Perseus). Αν από τον αριστερό ώμο της Ανδρομέδας προχωρήσεις να ψάξεις, θα μπορέσεις να αναγνωρίσεις τον Ιχθύ που είναι τοποθετημένος πάνω της· γεννημένο από τα πόδια της θα δεις τον Περσέα, γιο του ισχυρού Δία, πόδια που ο Περσεύς κρατά στους ώμους του, με το σώμα γερά στηριγμένο, όταν τα φυσήματα χτυπούν από την ψηλότερη περιοχή του Ακυλώνα. Τεντώνει το δεξί του χέρι προς την έδρα της Κασσιόπης, και τα πόδια του ανοιγμένα, δεμένα με τα κατάλληλα φτερωτά σανδάλια, σαν, σκονισμένος, να γλίστρησε ξαφνικά πάνω από τη γη, και σαν ταξιδιώτης μεταφέρει τον εαυτό του στον ουρανό, κάτω από το μεγάλο θόλο.
Andromedae
laevo ex humero si quaerere perges,
adpositum
supera poteris cognoscere Piscem:
e
pedibus natum
summo Jove Persea vises,
255
quos humeris retinet defixo corpore Perseus,
quum
summa ab regione Aquilonis flamina pulsant.
Hic dextram ad sedes intendit Cassiepeae,
diversosque pedes, vinctos talaribus aptis,
pulverulentus uti de terra elapsu’ repente,
260
in
caelum vector magno sub culmine portat.
22 Οι Πλειάδες (Vergiliae). Αλλά δίπλα στο αριστερό γόνατο, τοποθετημένες από κάθε μεριά, θα δεις τις μικρές Πλειάδες με το ισχνό τους φως. Αυτές οι επτά κοινώς αναφέρονται, με αρχαία συνήθεια, ως άστρα, αλλά στ’ αλήθεια έξι φαίνονται, μικρές απ’ όλες τις μεριές. Όμως δεν αρμόζει να νομίζει κανείς πως μία χάθηκε· μάλλον μάταια, απερίσκεπτα, από τον όχλο, χωρίς κανέναν συλλογισμό, λέγονται επτά, όπως όρισαν οι παλαιοί ποιητές, που με αιώνιο όνομα τις τιμούν όλες ανά τους αιώνες: Αλκυόνη, και Μερόπη, Κελαινώ, και Ταϋγέτη, Ηλέκτρα, και Στερόπη, και μαζί τους η ιερότατη Μαία. Αυτές λάμπουν αμυδρά, γλιστρώντας με μικρό φως: ωστόσο το όνομα του αστερισμού είναι μεγάλο, και λέγεται ξακουστό, επειδή και τις αρχές του καλοκαιριού φανερώνει, και έπειτα, ανοίγοντας τις ανατολές της χειμερινής εποχής, συμβουλεύει τους θνητούς να εμπιστευτούν στη γη τους σπόρους.
At propter
laevum genus omni ex parte locatas
parvas
Vergilias tenui cum luce videbis.
Hae septem vulgo perhibentur more vetusto
stellae,
cernuntur vero sex undique parvae.
265
At non
interiisse putari convenit unam;
sed
frustra temere a vulgo ratione sine ulla
septem dicier, ut veteres statuere poetae,
aeterno
cunctas aevo qui nomine dignant:
Alcyone,
Meropeque, Celaeno, Taygeteque,
270
Electra,
Steropeque, simul sanctissima Maia.
Hae tenues
parvo labentes lumine lucent:
at
magnum nomen signi, clarumque vocatur,
propterea
quod et aestatis primordia clarat,
et post, hiberni praepandens temporis ortus,
275
admonet, ut mandent
mortales semina terris.
23 Η Λύρα (Lyra). Έπειτα η Λύρα φαίνεται, ελαφρά τοποθετημένη και κυρτή· την οποία ο
Ερμής, λένε, κάποτε κατασκεύασε με τα μικρά του χέρια στην κούνια, και την τοποθέτησε σε ψηλή έδρα· η οποία, αφού γλίστρησε κάτω, κάθισε προς το αριστερό γόνατο του Γονυπετή, και κόλλησε ανάμεσα στο λυγισμένο γόνατο του Γονυπετή και στο κεφάλι του Πτηνού.
Inde Fides
leviter posita et convexa videtur;
Mercurius parvis manibus quam dicitur olim
in
cunis fabricatus in alta sede locasse;
quae
genus ad laevum Nixi delapsa resedit,
280
atque inter flexum
genus, et caput Alitis haesit.
24 Ο Κύκνος (Cycnus). Γιατί εκεί είναι το Πτηνό, το φτερωτό, που πετά κάτω από το πλατύ σκέπασμα του ουρανού, και, γλιστρώντας, σχίζει τον αέρα με τα δίδυμα φτερά του. Το ένα μέρος του είναι σκοτεινό, και στερημένο από φως· το άλλο φλέγεται με φώτα ούτε μικρά ούτε λαμπρά, αλλά εκπέμπει ένα μέτριο φως, τινάζοντάς το από το σώμα του. Με το δεξί του φτερό προσπαθεί να χτυπήσει τη δεξιά παλάμη του Κηφέως· και να που ήδη η οπλή του δυνατού Ίππου, ακριβώς κοντά στο φτερό του φτερωτού του σώματος, έγειρε απότομα προς τα κάτω.
Namque est Ales avis, lato sub tegmine caeli
quae volat, et
serpens geminis secat aera pennis.
Altera pars huic obscura est, et luminis expers:
altera nec parvis, nec claris lucibus ardet,
285
sed
mediocre jacit quatiens e corpore lumen.
Haec dextram
Cephei dextro pede pellere palmam
gestit
; jam vero clinata est ungula vemens
fortis
Equi propter pennati corporis alam.
25 Ο Ίππος, ο Αιγόκερως και ο Υδροχόος (Equus). Αλλά ο ίδιος εκείνος ο Ίππος, γλιστρώντας, κρατιέται και από τους δύο Ιχθύες· τον λαιμό του από τα δεξιά τον χαϊδεύει ο Υδροχόος. Αργότερα η δύναμη του Ίππου επισκέπτεται τις δύσεις της γης παρά ο ψυχρός Αιγόκερως, που αναπνέει παγωμένη πάχνη από το δυνατό του σώμα, ο μεγάλος, χνουδωτός Αιγόκερως στην τροχιά του· τον οποίο, όταν ο Τιτάν τον ντύσει με αδιάκοπο φως, λυγίζει και στρέφει το άρμα του στη χειμερινή εποχή. Φυλάξου να μην επιχειρήσεις να εμπιστευτείς τον εαυτό σου στη θάλασσα αυτόν τον μήνα: γιατί το ημερήσιο διάστημα θα γλιστρά σε μικρό μήκος· η χειμερινή νύχτα δεν θα κυλήσει με γοργή πορεία· η υγρή αυγή στις θρηνωδίες σου δεν θα φανερωθεί νωρίτερα, αγγελιοφόρος του λαμπρού ήλιου. Αλλά ο Νότος θα χτυπά τον βυθό με ισχυρές δυνάμεις· τότε το σχισμένο σώμα θα τραντάζεται από το ριγηλό κρύο. Κι όμως τα χρόνια κυλούν τώρα μέσα από όλη την εποχή, και δεν υποχωρούν σε κανέναν από τους αστερισμούς, ούτε αποφεύγουν τα φυσήματα, ούτε φοβούνται τα ασπρισμένα κύματα με το απειλητικό τους βουητό. Αλλά οι ναυτικοί, όμοιοι με τις φαλαρίδες και με το βουτηχτάρι που κολυμπά, ρίχνοντας τα αγωνιώδη τους βλέμματα σε όλη τη θάλασσα, μάταια αναζητούν τις ακτές που πουθενά δεν τους υπακούν, όσο μια λεπτή σανίδα τους χωρίζει από τον μαύρο Όρκο.
Ipse autem
labens utrisque Equus ille tenetur
290
Piscibus; huic cervix dextra mulcetur Aquari.
Serius haec
obitus terrai visit Equi vis,
quam
gelidum valido de corpore frigus anhelans
corpore
setifero magno Capricornus in orbe;
quem
quum perpetuo vestivit lumine Titan,
295
brumali flectens
contorquet tempore currum.
Hoc cave te ponto studeas committere mense:
nam non
longinquum spatium labere diurnum;
non
hiberna cito volvetur curriculo nox:
humida
non sese vestris
aurora querelis
300
ocius
ostendet, clari praenuntia solis.
At validis aequor pulsabit viribus Auster:
tum
fissum tremulo quatietur frigore corpus.
Sed tamen anni
jam labuntur tempore toto,
nec cui
signorum cedunt, neque flamina vitant,
305
nec
metuunt canos minitanti murmure fluctus.
[At nautae, fulicae similes, mergoque natanti,
anxia
per totum jactantes lumina pontum,
necquidquam nusquam parentia litora quaerunt,
dum tenuis nigro
tabula hos distinguit ab
Orco].
310
26 Ο Τοξότης (Sagittipotens / Sagittarius). Και στον μήνα παραπάνω επίσης, όταν διασχίζεται το πλοίο και η θάλασσα, όταν ο Τοξότης βαστά τον κύκλο του ήλιου, μη νομίζεις πως απειλούν πολύ ελαφρότεροι κίνδυνοι, και προσεκτικά τράβα έξω την πρύμνη σου πριν από το μαύρο σκοτάδι. Γιατί τώρα από κοντά, για λίγο χρόνο, το φως είναι πρόχειρο. Οι ναυτικοί θα μπορέσουν να αναγνωρίσουν εκ των προτέρων αυτό το σημάδι, καθώς έρχεται: γιατί, με τη νύχτα κοντά να πέσει, θα μπορέσει κανείς να δει πώς ο Σκορπιός, φανερώνοντας τον εαυτό του, ανατέλλει ψηλά, σέρνοντας πίσω, με τη δύναμη του σώματός του, το λυγισμένο Τόξο. Αλλά ο Σκορπιός δεν προηγείται πολύ· ωστόσο βγαίνει πρώτος από τα κύματα. Τώρα ψηλά θα δεις πως το κεφάλι της μικρότερης Άρκτου είναι εκεί, και πιο όρθιο στρέφεται προς την ύψιστη τροχιά. Τότε ο Ωρίων τώρα θάβει όλο του το σώμα κοντά στο ίδιο το τέλος της νύχτας, και ο Κηφεύς κρύβεται βαθιά ως τους λαγόνες, σπρωγμένος από το χέρι μέσα στις σκιές.
Atque etiam
supero, navi pelagoque vagato,
mense,
Sagittipotens solis quum sustinet orbem,
[non
multo leviora putes instare pericla,
ante nigras cautus
tenebras subducere puppim].
Nam jam
comminus exiguo lux tempore praesto est.
315
Hoc signum
veniens poterunt praenoscere nautae:
nam
prope praecipitante licebit visere nocte,
ut sese
ostendens emergit Scorpius alte,
posteriore trahens flexum vi corporis Arcum.
[Sed Nepa non multum prior, at prior exit ab undis.]
320
Jam supera
cernes Arcti caput esse minoris,
et magis erectum
ad summum versarier orbem.
Tum sese Orion
toto jam corpore condit
extrema
prope nocte, et Cepheus conditur alto
lumborum
tenus, a palma depulsus ad umbras.
325
27 Το Βέλος (Sagitta). Εδώ, χωρίς τοξότη, κείται ένα λαμπρό Βέλος, δίπλα στο οποίο περιστρέφεται το λαμπρόφτερο Πτηνό· και είναι γερμένο λίγο περισσότερο προς τις πνοές του Ακυλώνα.
Hic, missore
vacans, fulgens jacet una Sagitta,
quam propter nitens penna convolvitur Ales;
et
clinata magis paullo est Aquilonis ad auras.
28 Ο Αετός (Aquila). Αλλά δίπλα του ο Αετός φέρει τον εαυτό του με φλεγόμενο σώμα, χαϊδεύοντας τον πυρφόρο αιθέρα με τα τρεμάμενα φτερά του, με όχι υπερβολικά πελώριο σώμα, αλλά σημάδι που, βαρύ για τους θλιμμένους, το δείχνει στους ναυτικούς, ταράζοντας τις θάλασσες.
At propter se
Aquila ardenti cum corpore portat,
igniferum mulcens tremebundis aethera pennis,
330
non
nimis ingenti cum corpore, sed grave moestis
ostendit
nautis perturbans aequora signum.
29 Ο Δελφίν (Delphinus). Έπειτα, κοντά στα κέρατα του μεγάλου Αιγόκερω, ο κυρτός Δελφίν κείται, φωτισμένος με όχι υπερβολική λάμψη· εκτός από τα τέσσερα άστρα που είναι τοποθετημένα στο μέτωπό του, τα οποία ένα μόνο διάστημα τα χωρίζει σε ζευγάρια: το υπόλοιπό του, πλατύ, έρπει με ισχνό φως. Εκείνα τα φώτα που λάμπουν από το αστραφτερό του στόμα είναι τοποθετημένα ανάμεσα στα ψυχρά μέρη προς τον Ακυλώνα, και ανάμεσα στον χώρο και στα ίχνη του χαρούμενου ήλιου. Αλλά το κατώτερο μέρος του Δελφίνος φαίνεται χυμένο ανάμεσα στον δρόμο του ήλιου και στα φυσήματα του ανέμου, εκεί όπου η πνοή του ύψιστου Νότου ξεσπά με τη δύναμή της.
Tum magni
curvus Capricorni cornua propter
Delphinus
jacet, haud uimio lustratu’ nitore;
praeter
quadruplices stellas in fronte Iocatas,
335
quas
intervallum binas disterminat unum:
caetera
pars lata tenui cum lumine serpit.
Illae quae
fulgent luces ex ore corusco,
sunt
inter partes gelidas Aquilone locatae,
atque
inter spatium et laeti vestigia solis.
340
At pars inferior Delphini fusa videtur
inter
solis iter, simul inter flamina venti,
viribus
erumpit qua summi spiritus Austri.
30 Ο Ωρίων (Orion). Έπειτα ο Ωρίων, στηριζόμενος με το λοξό του σώμα, κρατά τα κατώτερα μέρη του αγριομάτη Ταύρου. Όποιος, κοιτάζοντας ψηλά στον ουρανό σε καθαρή νύχτα, δεν τον δει απλωμένον πλατιά, δύσκολα αληθινά μπορεί να ελπίζει πως θα μπορέσει να γνωρίσει τους άλλους αστερισμούς.
Exinde Orion,
obliquo corpore nitens,
inferiora
tenet truculenti corpora Tauri.
345
Quem qui,
suspiciens in caelum nocte serena,
late
dispensum non viderit, haud ita vero
caetera
se speret cognoscere signa potesse.
31 Ο Κύων (Canis / Σείριος). Γιατί κάτω από τα πόδια του λάμπει με κοκκινωπό φως εκείνος ο φλεγόμενος Κύων, αστράφτοντας με το φως των άστρων του. Μια σκοτεινή κοιλιά τον σκεπάζει κάτω από το στήθος· ούτε, αναπνέοντας φλόγα από όλο το λυσσασμένο του σώμα, ξεσπά με δυνατά φυσήματα τα καυτά πυρά. Όλη η πύρα, αστράφτοντας, ρίχνεται στους θνητούς από το στόμα του: οι Έλληνες τον αποκαλούν με το ξακουστό όνομα Σείριος. Όταν αυτός ο Κύων υψώσει τον εαυτό του, μαζί με τον ήλιο, στις κορυφές του ουρανού, δεν αφήνει τα δέντρα, στο κάλυμμα των φύλλων τους, να κρατούν μάταια τους καρπούς τους, κρεμασμένους σε αβεβαιότητα. Γιατί εκείνων που τις ρίζες η γη τις έχει αγκαλιάσει και κρατήσει, αυτός ο Κύων, αυξάνοντας τη ζωή τους, τις χαϊδεύει με ζωτική φλόγα. Αλλά εκείνων που οι ρίζες δεν μπορούν να σχίσουν τη γη, γυμνώνει τα κλαδιά από τα φύλλα και τους κορμούς από τον φλοιό. Τον νιώθουμε και όταν τείνει προς τις δυτικές ακτές. Τα άλλα άστρα είναι αδύναμα για να ορίσουν τα μέλη του.
Namque pedes subter rutilo cum lumine claret
fervidus
ille Canis, stellarum luce refulgens.
350
Hunc tegit
obscurus subter praecordia venter:
nec
toto spirans rabido de corpore flammam
aestiferos
validis erumpit flatibus ignes.
Totus ab ore micans jacitur mortalibus ardor:
[Sirion
hunc Graeci praeclaro nomine dicunt.]
355
Hic ubi se
pariter cum sole in culmina caeli
extulit, haud patitur foliorum tegmine frustra
suspensos
animas arbusta ornata tenere.
Nam
quorum stirpes tellus amplexa prehendit,
haec
augens anima, vitali flamme mulcet.
360
At quorum nequeunt radices findere terras,
denudat foliis ramos et
cortice truncos.
[Tendentem occiduas etiam hunc sentimus ad oras.
Caetera
signandis sunt languida sidera membris.]
32 Ο Λαγωός (Lepus). Δίπλα του, και κάτω από τα πόδια, για τα οποία μιλήσαμε πριν, του Ωρίωνα, κείται ο ελαφρόποδος Λαγωός. Αυτός φεύγει, φοβούμενος τα φοβερά χτυπήματα του κοφτερού ρύγχους, τρέμοντας: γιατί ο Κύων καταδιώκει τα ίχνη του με εχθρική πορεία, σπρώχνοντάς τον με τα μούτρα, μόλις τώρα ανατέλλοντας λιγάκι, χωρίς ποτέ να κατευνάζει την πορεία του με σώμα ακούραστο.
Hunc propter, subterque pedes, quos diximus ante,
365
Orioni’ jacet levipes Lepus. Hic fugit, ictus
horrificos metuens rostri tremebundus acuti:
nam
Canis infesto sequitur vestigia cursu
praecipantem agitans, oriens jam denique paullum,
curriculum numquam defesso corpore sedans.
370
33 Η Αργώ (Argo). Αλλά στην ουρά του Κυνός, γλιστρώντας, προχωρά η Αργώ, φέρνοντας μπροστά της την πρύμνη της, στραμμένη ανάποδα, με φως: όχι όπως τα άλλα πλοία συνηθίζουν να βάζουν τις πλώρες τους μπροστά στο βαθύ, σχίζοντας με το ράμφος τους τα ποσειδώνια λιβάδια· αλλά στραμμένη προς τα πίσω φέρει τον εαυτό της μέσα από τις περιοχές του ουρανού. Όπως όταν αρχίζουν να φτάνουν στα ασφαλή λιμάνια, οι ναυτικοί στρέφουν το πλοίο με το μεγάλο του βάρος, και σέρνουν την ανάποδη πρύμνη προς την ποθητή ακτή· έτσι η αρχαία Αργώ, στραμμένη, γλιστρά πάνω από τον αιθέρα· και από την πλώρη ως το ψηλό κατάρτι είναι χωρίς φως, αλλά από το κατάρτι ως την πρύμνη φαίνεται με καθαρή λάμψη. Έπειτα το πηδάλιο, λάμποντας με σκορπισμένο φως, αγγίζει τα πίσω ίχνη του λαμπρού Κυνός.
At Canis ad caudam serpens prolabitur Argo,
conversam
prae se portans cum lumine puppim:
non
aliae naves ut in alto ponere proras
ante
solent, rostro
Neptunia prata secantes;
sed
conversa retro caeli se per loca portat.
375
Sicut quum
coeptant tutos contingere portus,
obvertunt
navem magno cum pondere nautae,
aversamque trahunt optata ad litora puppim;
sic
conversa vetus super aethera labitur Argo;
atque
usque a prora ad celsum sine lumine malum,
380
a malo
ad puppim clara cum luce videtur.
Inde
gubernaclum, dispersa lumine fulgens,
clari
posteriora Canis vestigia tangit.
34 Το Κήτος (Pistrix / Cetus). Έπειτα, τοποθετημένη μακριά και σε ασφάλεια, την Ανδρομέδα ωστόσο, ψάχνοντας, το άγριο Κήτος επιμένει να την αναζητεί, και την ιχνηλατεί, τοποθετημένη παντού προς τις δυνατές πνοές του Ακυλώνα, στο γαλάζιο, οριοθετημένη στα μέρη του Νότου.
Exin semotam
procul in tutoque Iocatam
Andromedam
tamen explorans fera quaerere Pistrix
385
pergit,
et usque sitam validas Aquilonis ad auras
caerula
vestigat, finita in partibus Austri.
35 Ο Ποταμός (Eridanus). Ο Κριός τη σκεπάζει, και οι Ιχθύες με το λεπιδωτό τους σώμα, καθώς αυτή αγγίζει με το σώμα της τις όχθες του λαμπρού ποταμού. Γιατί θα δεις και τον Ηριδανό, τοποθετημένον σε ένα μέρος του ουρανού, εκείνο τον πένθιμο ποταμό με τη μεγάλη δύναμη, που οι θλιμμένες αδελφές του Φαέθοντα συχνά τον ράντισαν με δάκρυα, τραγουδώντας τον θάνατό του με πενθερή φωνή. Αυτόν τον Όφι μπορείς να τον δεις κάτω από την αριστερή πατούσα του Ωρίωνα· και θα δεις τα μακριά Δεσμά, που κρατούν τους Ιχθύες, τοποθετημένα στο μέρος των ουρών τους, σμιγμένα με τον ποταμό, να επιστρέφουν προς τα πίσω προς τη ράχη του Κήτους. Εδώ δένονται με ένα μόνο άστρο, που το ρίχνει από πάνω της η ραχοκοκαλιά του Κήτους, λάμποντας με δυνατό φως. Έπειτα, πολλά μικρά με ισχνό φως φαίνονται χυμένα και σκορπισμένα ανάμεσα στο Κήτος, και όλα τα άστρα που ο Λαγωός, φοβούμενος το κοφτερό δάγκωμα, σκεπάζει, και το πηδάλιο. Γι’ αυτά ούτε όνομα ούτε σταθερό σχήμα φαίνεται πως όρισαν οι Αρχαίοι. Γιατί εκείνα που η φύση τα στίλβωσε με λαμπρά άστρα, και τα ζωγράφισε, ορίζοντας τις μορφές τους με ποικίλο φως, εκείνα ο φύλακας των άστρων τα σημείωσε με συλλογισμό, και σημάδεψε τα ουράνια σημάδια με αληθινό όνομα. Αλλά εκείνα, που είναι χυμένα με λίγο φως, άστρα όμοιας όψης και ίσης λαμπρότητας, δεν μπόρεσε να μας τα φανερώσει με γνωστό σχήμα.
Hanc Aries
tegit, et squammoso corpore Pisces,
fluminis illustris
tangentem corpore ripas.
Namque etiam
Eridanum cernes in parte Iocatum
390
caeli,
funestum magnis cum viribus amnem,
quem lacrymis moestae
Phaethontis saepe sorores
sparserunt, letum moerenti voce canentes.
Hunc Orionis
sub laeva cernere planta
Serpentem
poteris; proceraque Vincla videbis,
395
quae
retinent Pisces, caudarum parte locata,
flumine
mixta retro ad Pistricis terga reverti.
Hic una stella
nectuntur, quam jacit ex se
Pistricis spina
valida cum luce refulgens.
Exinde exiguae
tenui cum lumine multae
400
inter
Pistricem fusae sparsaeque videntur
atque
gubernaclum stellae quas contegit omnes
formidans acrem morsum
Lepus. His neque nomen,
nec
formam Veteres certam statuisse videntur.
Nam quas
sideribus claris natura polivit,
405
et
vario pinxit distinguens lumine formas,
has ille astrorum custos ratione notavit,
signaque
signavit caelestia nomine vero.
Has autem, quae sunt parvo cum lumine fusae,
consimili
specie stellas, parilique nitore,
410
non
potuit nobis nota clarare figura.
36 Ο Νότιος Ιχθύς (Piscis Australis). Έπειτα εκείνον που συνηθίζουν να αποκαλούν Νότιο Ιχθύ κυλά χαμηλότερα από τον Αιγόκερω, προς τον Νότο, παρατηρώντας το Κήτος, πιασμένος μακριά από εκείνους τους άλλους Ιχθύες.
Exinde,
Australem soliti quem dicere Piscem,
volvitur
inferior Capricorno versus ad Austrum,
Pistricem observans, procul illis Piscibus haerens.
37 Ο Υδροχόος (Aquarius). Αλλά κοντά θα δεις, όλα στερημένα από όνομα, ανάμεσα στο Κήτος και στον Ιχθύ που αποκαλέσαμε του Νότου, άστρα σκορπισμένα κάτω από τα πόδια του ακτινοβόλου Υδροχόου. Δίπλα τους ο Υδροχόος χύνει από το δεξί του χέρι το σκοτεινό ρεύμα, που λάμπει με την αμυδρή λευκότητα των άστρων του. Ωστόσο από τα πολλά, δύο φώτα λάμπουν πλατιά: το ένα θα φανεί κάτω από τα μεγάλα πόδια του Υδροχόου· το άλλο, πεσμένο από την ψυχρή ροή της πηγής, κόλλησε κάτω από την ακανθωτή ουρά του Κήτους· αυτά τα ισχνά άστρα αναφέρονται με το όνομα των Υδάτων. Εδώ άλλα φτεροκοπούν, λαμπρά με μικρό φως, και μπαίνουν κάτω από τα πρώτα ίχνη των ποδιών του μεγάλου Τοξευτή, και, αμυδρά, υποχωρούν χωρίς όνομα.
At prope conspicies expertes nominis omnes,
415
inter
Pistricem et Piscem quem diximus Austri,
stellas
sub pedibus sparsas radiantis Aquari.
Propter
Aquarius obscurum dextra nigat amnem,
exiguo
qui stellarum candore nitescit.
E multis tamen
his duo late lumina fulgent:
420
unum
sub magnis pedibus cernetur Aquari:
quod
superest, gelido delapsum flumine fontis,
spiniferam subter caudam Pistricis adhaesit;
hae
tenues stellae perhibentur nomine Aquai.
Hic aliae
volitant parvo cum lumine clarae,
425
atque
priora pedum subeunt vestigia magni
Arcitenentis,
et obscurae sine nomine cedunt.
38 Ο Βωμός (Ara). Έπειτα, κοντά στη λαμπρή αιχμή του Σκορπιού, θα δεις τον Βωμό, που τον χαϊδεύει η πνοή του Νότου με το φύσημά της, που για λίγο χρόνο διασχίζει τα άνω κατώφλια: γιατί είναι τοποθετημένος μακριά, στο μέρος αντίκρυ στον Αρκτούρο. Στον Αρκτούρο ο Δίας έδωσε μεγάλο χώρο ψηλά· στον Βωμό όρισε μικρή τροχιά στο κατώτερο μέρος. Κι όμως αυτή η νύχτα, επισκεπτόμενη αυτές τις περιοχές στην αιώνια πορεία της, έδωσε στους ναυτικούς σημάδια που όλοι θα μπορούσαν να γνωρίσουν, λυπούμενη τις φοβερές μοίρες των ανθρώπων από κάθε μεριά. Γιατί όταν δεις, να λάμπει χωρίς σκοτεινά σύννεφα, τον Βωμό τοποθετημένον κάτω από τη μεσαία περιοχή του ουρανού, με το άνω μέρος του σκεπασμένο με σκοτεινή ομίχλη, τότε, αποφεύγοντάς τον, φεύγε από τον Νότο με την ισχυρή του δύναμη: τον οποίο, αν προβλέποντας τον απέφυγες, τοποθετώντας όλα τα ξάρτια σου προσεκτικά, θα γλιστρήσεις ασφαλής μέσα από τα κύματα. Αλλά αν βαρύς άνεμος πέσει με ορμητικό φύσημα, θα σπάσει τα ψηλά κατάρτια με τη στερεωμένη του ξυλένια δύναμη, ώστε τίποτε να μην μπορεί να κατευνάσει τις άγριες θύελλες, εκτός αν ο Βωμός αρχίσει να διώχνει το σκοτεινό σύννεφο από το μέρος του Ακυλώνα, και να το σκορπίζει με ξαφνικές πνοές.
Inde Nepae cernes propter fulgentis acumen
Aram,
quam flatu permulcet spiritus Austri,
exiguo
superum quae limina tempore tranat:
430
nam
procul Arcturo est adversa parte locata.
Arcturo magnum
spatium supera dedit, orbem
Jupiter huic
parvum inferiore in parte locavit.
Haec tamen
aeterno invisens loca curriculo nox
signa
dedit nautis, cuncti quae noscere possent,
435
commiserans
hominum metuendos undique casus.
Nam quum
fulgentem cernes, sine nubibus atris,
Aram sub media
caeli regione locatam,
a summa
parte obscura caligine tectam,
tum
validis fugito devitans viribus Austrum:
440
quem si
prospiciens vitaveris, omnia caute
armamenta
locans, tuto labere per undas.
Sin gravis
inciderit vehementi flamme ventus,
perfringet celsos defixo robore malos,
ut res
nulla feras possit mulcere procellas,
ni
parte ex Aquilonis opacam pellere nubem
coeperit, et subitis
auris diduxerit Ara.
39 Ο Κένταυρος (Centaurus). Αλλά αν ο Κένταυρος έχει τους ώμους του στο μέσον του ουρανού, και ο ίδιος φέρεται σκεπασμένος με σκούρο γαλάζιο σύννεφο, και ντύνει τον Βωμό, σκοτεινιασμένον, με λεπτή σκιά, τότε στη δύση των αστερισμών είναι φοβερή η δύναμη του Ζεφύρου. Αλλά εκείνος ο Κένταυρος, τοποθετημένος σε ψηλή έδρα, εκεί όπου ο Σκορπιός φέρνει τον εαυτό του, λάμποντας και φωτεινός, κάτω από αυτόν, φέρνοντας μπροστά το ανδρικό του μέρος, υποχωρεί, βιαζόμενος να βάλει το αλογίσιο του μέρος κάτω από τις Χηλές. Εδώ, τεντώνοντας το δεξί του χέρι, εκεί όπου κρατιέται το πελώριο τετράποδο, που κανείς από τους Έλληνες δεν του έδωσε σταθερό όνομα, τείνει, και, άγριος, κινείται προς τον λαμπρό Βωμό.
Sin humeros
medio in caelo Centaurus habebit,
ipseque caerulea contectus nube feretur,
atque
Aram tenui caligans vestiet umbra,
450
ad
signorum obitum vis est metuenda Favoni.
Ille autem
Centaurus in alta sede Iocatus,
qua
sese clarum collucens Scorpius infert,
hac subter partem praeportans ipse virilem
cedit,
Equi partes properans subjungere Chelis.
455
Hic dextram
porgens, quadrupes qua vasta tenetur,
quam
nemo certo donavit nomine Graium,
tendit,
et illustrem truculentus cedit ad Aram.
40 Η Ύδρα (Hydra). Εδώ η Ύδρα υψώνει τον εαυτό της από τα κατώτερα μέρη, με ορμητικό γλίστρημα, όφις με λυγισμένο σώμα. Στρέφοντας το κεφάλι και τα μάτια προς τη ράχη του Σκορπιού, και, με κυρτή σπείρα, περνώντας κάτω από τα κατώτερα μέρη του Λέοντα, αγγίζει τον Κένταυρο, ολισθηρή, με την ομαλή της ουρά: και στο μέσον της σπείρας της λάμπει ο φωτεινός Κρατήρας: στην άκρη του ο Κόραξ, αστράφτοντας με φτερωτό σώμα, χτυπά με το ράμφος. Και εδώ, κάτω από τους ίδιους τους Διδύμους, μπροστά από τον Κύνα, είναι εκείνος που φέρει το ελληνικό όνομα Προκύων. Αυτά είναι τα σημάδια που, παρατηρώντας τα τη νύχτα, και θέλοντας να γνωρίσεις την αιώνια κίνηση του κόσμου, θα τα δεις να διατρέχουν τον ουρανό στη νόμιμη πορεία τους. Γιατί εκείνα τα πέντε άστρα που συνηθίζουν να γλιστρούν μέσα από την τροχιά των δώδεκα Αστερισμών δεν μπορούν να σημειωθούν με όμοιο συλλογισμό· επειδή τα ίχνη που χαράζουν στην πορεία τους δεν φέρονται πάντα, τριμμένα, πάνω από τον ίδιο χώρο. Έτσι προτιμούν να περιπλανώνται, πλανώμενα μέσα από τα σύννεφα του ουρανού, και να μετρούν τις τροχιές τους με ποικίλη κίνηση. Αυτά κάνουν τα μεγάλα χρόνια του μακρού χρόνου, όταν επιστρέφουν στον ίδιο αστερισμό κάτω από το σκέπασμα του ουρανού: των οποίων τις πλήρεις πορείες δεν μπορώ τώρα να ξετυλίξω. Αλλά εκείνα, που πάντα κυλούν σε σταθερή τροχιά, σταθερά, μαζί με τους μεγάλους κύκλους θα τα εκθέσω στα έθνη.
Hic sese
infernis de partibus erigit Hydra
praecipiti lapsu, flexo cum corpore serpens.
460
Haec caput atque oculos torquens ad terga Nepai,
convexoque sinu subiens inferna Leonis,
Centaurum leni
contingit lubrica cauda:
in
medioque sinu fulgens Cratera relucet:
extremum
nitens plumato corpore Corvus
465
rostro tundit. Et hic,
Gemninis est ille sub ipsis
ante
Canis, Graio Procyon qui nomine fertur.
Haec sunt, quae
visens nocturno tempore signa,
aeternumque volens mundi cognosecre motum,
legitimo
cernes caelum lustrantia cursu.
470
Nam quae
per bis sex Signorum labier orbem
quinque
solent stellae, simili ratione notari
non
possunt; quia, quae faciunt vestigia cursu,
non
eadem semper spatio protrita feruntur.
Sic malunt
errare vagae per nubila caeli,
475
atque
suos vario motu metirier orbes.
Hae faciunt
magnos Ionginqui temponis annos,
quum
redeunt ad idem caeli sub tegmine signum:
quarum
ego nunc nequeo totos evolvere cursus.
Verum haec,
quae semper certo volvuntur in orbe,
480
fixa, simul magnos
edemus gentibus orbes.
41 Οι Ουράνιοι Κύκλοι. Τέσσερις κύκλοι, διατρέχοντας το στερέωμα με αιώνιο φως, φέρονται, αστροφόροι, κουβαλώντας τα σημάδια τους, αγκαλιάζοντας τη γη, στηριγμένοι κάτω από το σκέπασμα του ουρανού: από αυτούς θα μάθεις τα φευγαλέα φώτα των ετών, που θα είναι δυνατό να διακριθούν, σημαδεμένα με πυκνούς αστερισμούς. Έπειτα τους μεγάλους κύκλους, πλατείς με μεγάλο φως, δεμένους μεταξύ τους και ταιριασμένους με ουράνιους κόμπους, δύο θα δεις τοποθετημένους σε ίσο διάστημα από δύο. Γιατί αν, μελετώντας τον ουρανό τη νύχτα, όταν καμιά θολή ομίχλη δεν έχει σβήσει τα άστρα, ούτε η Σελήνη έχει νικήσει τα άστρα με πλήρες φως, είδες έναν μεγάλο λευκό Κύκλο να έρπει λαμπερά: αυτός σημαδεύεται ως ο Γαλαξίας, λάμποντας με υπερβολική λευκότητα. Αυτός δεν υφαίνει συνεχή τροχιά. Τέσσερις άλλοι φέρονται, λάμποντας με όμοιο όγκο: αλλά λέγεται πως υπερτερεί κατά πολύ από τους πάνω δύο σε έκταση, και διατρέχει πλατιά τα σπήλαια του ουρανού. Από αυτούς, ο ένας, αγγίζοντας τις πνοές του Ακυλώνα, στρέφεται, ζητώντας το λαμπρό πρόσωπο των Διδύμων· έπειτα, κρατώντας μέσα του το φλεγόμενο γόνατο, κουβαλά και τους δύο ώμους του Ηνιόχου. Αυτόν ο Περσεύς τον αγγίζει με την αριστερή του κνήμη και τον αριστερό του ώμο. Αλλά κρατιέται στη δεξιά πλευρά της Ανδρομέδας· το χέρι της κοιτάζει προς τον Βορέα, ο αγκώνας προς τον Νότο. Ο Ίππος βάζει πάνω του τα δύο του πόδια· και συγχρόνως το Πτηνό βάζει το κεφάλι, και, με το σώμα λυγισμένο, τη ράχη. Ο Οφιούχος στηρίζεται πάνω του με τους ώμους. Εκείνη, υποχωρώντας, ακολουθεί τον Νότο, η Παρθένος, αποφεύγοντάς τον με το σώμα της. Αλλά όλον τον χώρο θα τον ντύσει ο μεγάλος Λέων, και ο Καρκίνος, λάμποντας με καθαρό φως, στον οποίο, σταματώντας, το θερινό ηλιο στρέφει πίσω την πορεία του, ορίζοντας τα περάσματά του με το σώμα του στο μέσον. Εδώ είναι όλος χωρισμένος στη μέση: εκείνος ο άλλος, κάτω από τα κοίλα καλύμματα των οστράκων, έχει φως μέσα και έξω: αλλά η φοβερή δύναμη του άγριου Λέοντα κατέχει την τροχιά με το δυνατό του στήθος και την κοιλιά. Αν μπορέσεις να γνωρίσεις αυτόν τον κύκλο χωρισμένον σε οκτώ μέρη, θα βρεις πως, στην άνω τροχιά, πέντε στρέφονται σε ίσο διάστημα, και τρία μέρη απομένουν, που τα συχνάζει η κατώτερη δύναμη τη νύχτα. Ο ένας ενώνεται με τον Καρκίνο από τις πνοές του Βορέα· ο άλλος στηρίζεται, αντίκρυ, από τους κατώτερους Νότους. Μοιράζοντας το μέσον, αυτός κόβει κάτω από τον Αιγόκερω, και τα πόδια του Υδροχόου που χύνει το ψυχρό του ρεύμα, και τη σκούρα γαλάζια ουρά του άγριου Κήτους, και εκείνον τον λαμπρό Λαγωό· έπειτα τα πόδια του Κυνός, και συγχρόνως κρατά το πλατύ αργείο Πλοίο, την Αργώ, με το λαμπρό του φως· και τη ράχη του Κενταύρου, και κουβαλά την αιχμή του Σκορπιού· έπειτα κατέχει το στερεωμένο Τόξο του Τοξότη. Αυτός ο κύκλος, υποχωρώντας από τις καθαρόηχες πνοές του Ακυλώνα προς τον Νότο, τον αγγίζει τελευταίο ο φλεγόμενος τροχός του Ήλιου· από εκεί, λυγισμένος στη χειμερινή εποχή, ξαναβρίσκει τις άνω έδρες του. Σ’ αυτόν τον κύκλο πέντε μέρη ανατίθενται της νύχτας, τρία λέγεται πως ανήκουν στο άνω φως. Ανάμεσα σ’ αυτούς τους δύο φαίνεται να κρατά το μεσαίο μέρος, τόσο μεγάλο όσο θα είναι ο λαμπρός Γαλαξίας κύκλος: στον οποίο, το φθινόπωρο, και πάλι στο εαρινό φως, ο ήλιος εξισώνει το διάστημα της μέρας με τον χρόνο της νύχτας. Κρατώντας τον, ο Κριός λάμπει αμυδρά με όλο του το σώμα, και ο πελώριος Ταύρος στηρίζεται με λυγισμένο γόνατο. Ο Ωρίων φέρεται, αγγίζοντάς τον με το λαμπρό του στήθος. Η Ύδρα τον κρατά με την έλικά της· ο Κρατήρας και ο Κόραξ προσκολλώνται, και λίγα άστρα των Χηλών: συγχρόνως τα γόνατα του Οφιούχου, και το Πτηνό, ο φτερωτός αγγελιοφόρος του ύψιστου Δία, στηρίζεται· δίπλα του ο Ίππος τον αγγίζει με το κεφάλι και το φως του λαιμού του. Αυτούς τους κρατά ο άξονας, χωρισμένους σε ίσο διάστημα, περνώντας μέσα από το μέσον τους από την ψηλότερη κορυφή του ουρανού. Αλλά εκείνος ο τέταρτος Κύκλος, με το καθαρό του φως, κρατά τους ακρότατους κύκλους στα ακρότατά του μέρη, και συγχρόνως κόβεται από το μέσον, στο μεσαίο του μέρος, και λοξός φέρεται ανάμεσά τους, λάμποντας με φως: ώστε κανείς, στον οποίο η σοφότατη Παλλάδα με το ιερό της χέρι έδωσε η ίδια την επιδέξια τέχνη στις αρχές της κατασκευής, δεν θα μπορούσε να τορνεύσει τόσο επιδέξια τους στριφτούς κύκλους, όσο είναι λυγισμένοι στον ουρανό με θεϊκή δύναμη, περιζώνοντας τη γη, στολίζοντας το στερέωμα με φως, κρατώντας τα άστρα στηριγμένα με εγκάρσια κορυφή. Αυτοί οι τέσσερις περιστρέφονται όλοι με την ίδια κίνηση. Αλλά μόνο εκείνος ο ένας, πλεγμένος λοξά ανάμεσα στους τρεις κύκλους, κρατά την πορεία του τόσο ψηλά πάνω από τις γαίες, όσο ο Αιγόκερως απέχει σε διάστημα από τον Καρκίνο· και κάτω από τις γαίες το διάστημα είναι αναγκαστικά ίσο. Και όσο μεγάλες ακτίνες ρίχνουμε από το δικό μας φως, με τις οποίες αγγίζουμε αυτόν τον θολωτό κύκλο του ουρανού, τόσα τέτοια μέρη θα μπορέσουν να χωρέσουν κάτω από αυτόν, κρατώντας, σε ίσο διάστημα, από δύο ουράνια σημάδια το καθένα. Αυτόν οι Έλληνες τον ονομάζουν Ζωδιακό· και οι δικοί μας Λατίνοι θα τον ονομάσουν, με αληθινό όνομα, σημειοφόρο κύκλο: γιατί, περιστρεφόμενος, κουβαλά τα δώδεκα φλεγόμενα σημάδια. Καυτός είναι ο Καρκίνος, που απλώνει τα πύρινα άστρα του. Κάτω του υποχωρεί, λάμποντας, η άγρια δύναμη του Λέοντα, τον οποίο ακολουθεί, λάμποντας με κοκκινωπό σώμα, η Παρθένος, έπειτα οι Χηλές, ριγμένες μπροστά με καθαρό φως· και η μεγάλη δύναμη του Σκορπιού ακολουθεί, λάμποντας. Έπειτα ο Τοξότης κρατά το λυγισμένο τόξο στο δεξί του χέρι. Μετά απ’ αυτόν ο Αιγόκερως προχωρά μπροστά με το πρόσωπό του. Έπειτα ο υγρός Υδροχόος λάμπει για την τροχιά στη θέση του. Στη συνέχεια οι λεπιδωτοί Ιχθύες σπειρωτά παίζουν· σύντροφός τους είναι ο Κριός, γλιστρώντας με αμυδρό φως, και ο Ταύρος, με λυγισμένο γόνατο, με το σώμα ριγμένο μπροστά, και οι Δίδυμοι, ρίχνοντας λαμπρή φωτιά με τα φώτα τους. Αυτά ο Ήλιος τα περιστρέφει, διατρέχοντας με αιώνιο φως, ολοκληρώνοντας τις ετήσιες εποχές στη στρεφόμενη πορεία του. Όσο από την τροχιά, ολοκληρωμένο, σπρώχνεται κάτω από τις γαίες, τόσο από αυτήν, ανοιχτό, στέκει ψηλά για τους θνητούς. Έξι σημάδια πάντα υποχωρούν, γλιστρώντας κάθε νύχτα, και τόσα λαμπρά σημάδια ο ουρανός ξαναβλέπει. Αυτό το διάστημα, διασχίζοντάς το, η νύχτα το ολοκληρώνει με τις τυφλές της σκιές, διάστημα που, αφημένο πάνω από τις γαίες στην αρχή της νύχτας, στηρίζεται στον σημειοφόρο κύκλο και στην τάξη των σημαδιών.
Quatuor,
aeterno lustrantes lumine mundum,
orbes
stelligeri portantes signa feruntur,
amplexi
terram, caeli sub tegmine fulti:
e
quibus annorum volitantia iumina nosces,
485
quae
densis distincta licebit cernere signis.
Tum magnos
orbes magno cum lumine latos,
vinctos inter se, et nodis caelestibus aptos,
atque
pari spatio duo cernes esse duobus.
Nam si nocturno
cognoscens tempore caelum,
490
quum neque caligans detersit sidera nubes,
nec
pleno stellas superavit lumine Luna,
vidisti
magnum candentem serpere Circum:
lacteus hic nimio
fulgens candore notatur.
Hic non
perpetuum detexens conficit orbem.
495
Quatuor huic
simili nitentes mole feruntur:
sed
spatio multum superis praestare duobus
dicitur,
et late caeli lustrare cavernas.
Quorum alter tangens Aquilonis vertitur auras,
ora
petens geminorum illustria; tum genus ardens
500
in sese
retinens Aurigae portat utrumque.
Hunc sura laeva
Perseus humeroque sinistro
tangit. At
Andromedae dextra de parte tenetur;
[cui manus ad Boream,
cubitus cuis spectat ad Austrum].
Imponitque pedes duplices Equus; et simul Ales
505
ponit avis caput, et
clinato corpore tergum.
Anguitenens
humeris connititur. Illa recedens
Austrum
consequitur devitans corpore Virgo.
At vero totum spatium convestiet orbis
magnu’
Leo, et claro collucens lumine Cancer,
510
in quo
consistens convertit curriculum Sol
aestivus,
medio distinguens corpore cursus.
Hic totus medius curco disjungitur: iste
subter
testarum cava tegmina, et intus et extra
lumen
habens: saevi sed vis horrenda Leonis
515
pectoribus validis, atque alvo possidet orbem.
Hunc octo in
partes divisum noscere circum
si
potes, invenies supero convertier orbe
quinque
pari spatio, partes tres esse relictas,
tempore
nocturno quas vis inferna frequentat.
520
[Ille
quidem a Boreae] Cancro connectitur [auris;]
alter
ab infernis [contra connititur] Austris.
Distribuens medium subter secat hic Capricornum,
atque pedes gelidum rivum fundentis Aquari,
caeruleaeque feram caudam Pistricis, et illum
525
fulgentem Leporem; inde pedes Canis, et simul
amplam
Argoam retinet
claro cum lumine Navem;
tergaque
Centauri, atque Nepai portat acumen:
inde
Sagittari defixum possidet arcum.
Hunc, a clarisonis auris Aquilonis ad Austrum
530
cedens,
postremum tangit rota fervida Solis;
exinde
in superas brumali tempore flexus
se
recipit sedes. Huic orbi quinque tributae
nocturnae
partes, supera tres luce dicantur.
Hosce inter
mediam partem retinere videtur
535
tantus quantus erit collucens lacteus orbis:
in quo
autumnali, atque iterum sol lumine verno
exaequat spatium lucis
cum tempore noctis.
Hunc retinens Aries sublucet corpore totus,
atque
genu flexo Taurus connititur ingens.
540
Orion claro
contingens pectore fertur.
Hydra tenet flexu; Cratera et Corvus adhaeret,
et
paucae e Chelis stellae: simul Anguitenentis
sunt genua, et summi Jovis Ales nuntius instat;
propter Equus capite,
et cervicum lumine tangit.
545
Hosce aequo spatio dejunctos sustinet axis,
Per medios
summo caeli de vertice tranans.
Ille autem
claro quartus cum lumine Circus
partibus extremis extremos continet orbes,
et
simul a medio media de parte secatur,
550
atque obliquus in his nitens cum lumine fertur:
ut
nemo, cui sancta manu doctissima
Pallas
solertem ipsa dedit fabricae rationibus artem,
tam
tornare cate contortos possiet Orbes,
quam
sunt in caelo divino numine flexi,
555
terram
cingentes, ornantes lumine mundum,
culmine
transverso retinentes sidera fulta.
Quatuor hi motu
cuncti volvuntur eodem.
Sed tantum
supera terras semper tenet ille
curriculum oblique implexus tribus orbibus unus,
560
quanto
est divisus Cancer spatio a Capricorno;
ac
subter terras spatium par esse necesse est.
Et quantos
radios jacimus de lumine nostro,
queis hunc convexum caeli contingimus orbem,
sex tantae poterunt sub eum succedere partes,
565
bina
pari spatio caelestia signa tenentes.
Zodiacum hunc
Graeci vocitant, nostrique Latini
orbem
signiferum perhibebunt nomine vero:
nam gerit hic
volvens bis sex ardentia signa.
Aestifer est
pandens ferventia sidera Cancer.
570
Hunc subter fulgens cedit vis torva Leonis,
quem
rutilo sequitur collucens corpore Virgo,
exin
projectae claro cum lumine Chelae;
ipsaque
consequitur lucens vis magna Nepai.
Inde
Sagittipotens dextra flexum tenet arcum.
575
Post hunc ore
fera Capricornus vadere pergit.
Humidus inde loci collucet Aquarius orbi.
Exin
squammiferi serpentes ludere Pisces;
queis
comes est Aries obscuro lumine labens,
inflexoque genu projecto corpore Taurus,
580
et Gemini clarum
jactantes lucibus ignem.
Haec Sol
aeterno convolvit lumine lustrans
annua
conficiens vertenti tempora cursu.
Hic quantum terris confectus pellitur orbis,
tantumdem
ille patens supera mortalibus exstat.
585
Sex
omni semper cedunt labentia nocte,
tot
caelum rursus fulgentia signa revisunt.
Hoc spatium tranans caecis nox conficit umbris,
quod
supera terras prima de nocte relictum
signifero
ex orbi’ et signorum ex ordine fultum.
590
42 Οι Ανατολές και οι Δύσεις των Αστερισμών. Αλλά αν θέλεις να γνωρίσεις τις βέβαιες πορείες του Ήλιου, θα παρατηρείς τις ανατολές των Αστερισμών τη νύχτα· γιατί ο Τιτάν ανατέλλοντας πάντα σέρνει έναν αστερισμό. Αλλά αν ψηλό βουνό, εμποδίζοντας τους αστερισμούς, σου φράξει, ή σύννεφα με τυφλή ομίχλη αφαιρέσουν το φως, παίρνοντας ο ίδιος τα βέβαια σημάδια από το σκέπασμα του ουρανού, θα μπορέσεις να γνωρίσεις όλες τις ανατολές και τις δύσεις. Ποια ανατέλλουν μαζί, θα το δεις· ποια την ίδια στιγμή βυθίζονται στη δύση τους τη νύχτα, θα το μάθεις. Γιατί μόλις ο Καρκίνος ύψωσε όλον τον εαυτό του στο άνω φως, αμέσως ο Στέφανος υποχωρεί, γλιστρώντας κάτω· και επισκέπτεται τις κάτω περιοχές, ως την ουρά του Ιχθύος. Ο Στέφανος, σημαδεμένος με άστρα, κρατά το ένα μισό ήδη ψηλά, και από το άλλο μέρος έχει σπρωχτεί πίσω: τον οποίο ωστόσο ακολουθεί ο Ιχθύς, χωρίς να έχει συρθεί ολόκληρος στις σκιές, αλλά, σκεπασμένος στο άνω σώμα του, υποχωρεί: και ο Οφιούχος κρύβει, από τα γόνατα ως τους ώμους, τον μεγάλο, κυρτό Όφι, από τον δυνατό του λαιμό. Τώρα αληθινά ο Αρκτοφύλακας κόβεται σε άνισο μέρος: γιατί κοντύτερος φαίνεται από το λαμπρό μέρος του ουρανού· μεγαλύτερος, σπρωγμένος κάτω, κατέχει τις κατώτερες σκιές. Τέσσερις αστερισμούς συνηθίζει, δύοντας, να σέρνει μαζί του κάτω από τον σημειοφόρο κύκλο· έπειτα αργότερα εκείνος υποχωρεί, όταν χόρτασε από το άνω φως, βυθιζόμενος με λαμπρό σώμα μετά το μέσον της νύχτας. Αυτούς τους αμυδρούς αστερισμούς η γη, στρεφόμενη, τους κρύβει. Αλλά από το άλλο μέρος, με καθαρά φώτα, περιπλανιέται ο Ωρίων, λάμποντας στους ώμους και το πλατύ στήθος, και κρατώντας στο δεξί του χέρι το Ξίφος, όχι στερημένο από φως. Αλλά όταν η δύναμη του Λέοντα φανερωθεί από τις γαίες, όλα όσα ο Καρκίνος ανέβασε στη λαμπρή του ανατολή υποχωρούν, σκοτεινιασμένα· συγχρόνως η μεγάλη δύναμη του Αετού διώχνεται, και ο Γονυπετής, βυθιζόμενος με λυγισμένο σώμα, σχεδόν διωγμένος πια από το άνω φως, υποχωρεί: αλλά αφήνει το αριστερό του γόνατο, και τη λαμπρή του πατούσα, ψηλά. Τότε αντίκρυ του ανατέλλει το λαμπρό κεφάλι της Ύδρας, και ο Λαγωός, και ο Προκύων, που, φλεγόμενος, φέρνει τον εαυτό του μπροστά από τον Κύνα· έπειτα φαίνονται τα πρώτα ίχνη του Κυνός. Διώχνοντας όχι λίγους αστερισμούς από τον ουρανό, ξαφνικά ανατέλλει η Παρθένος, λάμποντας με λαμπρό φως. Η Κυλλήνια Λύρα υποχωρεί λαμπρή, ο Δελφίν βυθίζεται κάτω από το κύμα, συγχρόνως το Βέλος, σπρωγμένο, σκεπάζεται, και το Πτηνό αποσύρεται προς την άκρη της ουράς και τα πρώτα φτερά του, και ο μεγάλος Ποταμός συγχρόνως γλιστρά κάτω. Εδώ ο Ίππος ξεθωριάζει από το κεφάλι και τον μακρύ λαιμό. Πιο μακριά τώρα ανατέλλει ο Όφις με λαμπρό σώμα· και η Ύδρα λάμπει για τους θνητούς ως τον Κρατήρα. Έπειτα ο Κύων δείχνει τα πίσω του πόδια, και μετά ο ίδιος σέρνει την πρύμνη με λαμπρό φως. Το Πλοίο ακολουθεί, γλιστρώντας μέσα από τα φώτα του ουρανού· δείχνει το μεσαίο του κατάρτι με ακτινωτό δοκάρι· και να που πια όλη η Παρθένος βγήκε με όλο της το σώμα. Αλλά όταν οι Χηλές προβάλλουν με αμυδρό σώμα, ο Βοώτης ανατέλλει συγχρόνως με άφθονο φως, στο αντικριστό σώμα του οποίου είναι στερεωμένος ο Αρκτούρος· και να που πια όλη η Αργώ, λάμποντας ψηλά, προχωρά, και η Ύδρα, επειδή κρατιέται απλωμένη πλατιά στον ουρανό, δεν είναι ακόμη όλη φανερή· γιατί η σκιά σκεπάζει την ουρά της. Αλλά ο Οφιούχος λάμπει πάλι με ανανεωμένο φως. Τώρα το δεξί γόνατο, και την κνήμη στολισμένη με φως, τα υψώνει εκείνος που, χωρίς γνωστό όνομα, ο Γονυπετής, που πάντα αγγίζει τα σύνορα της αρκαδικής Λύρας· τον οποίο είδαμε πολύ συχνά σε μια νύχτα σβησμένον και ανατείλαντα, έτσι ώστε, διασχίζοντας, διπλασίασε τη μικρή του τροχιά. Αυτός υψώνει το γόνατο και την κνήμη ψηλά μαζί με τις Χηλές: αλλά ο ίδιος, με τα μούτρα, κρατιέται στη σκοτεινή νύχτα, όσο ο Σκορπιός και ο Τοξότης επισκέπτονται τα φώτα του ουρανού. Γιατί ο Σκορπιός θα απλώσει μαζί του το μέσον· αλλά το Τόξο, ανατέλλοντας, θα προσπαθήσει να υψώσει όλον τον εαυτό του στον ουρανό. Αυτός, υψωμένος μαζί με τρία σημάδια, λάμπει με όλο του το σώμα: αλλά ο Στέφανος ανατέλλει από το μεσαίο του μέρος, και η ουρά του Κενταύρου λάμπει με την ακρότατη λάμψη. Εδώ πια όλος ο Ίππος κρύβει τον εαυτό του στις τυφλές σκιές, δίπλα από τον οποίο, λάμποντας με κοκκινωπό φτερό, πετά το Πτηνό. Δύει το λαμπρό κεφάλι της Ανδρομέδας, και το άγριο Κήτος γλιστρά κάτω, αναζητώντας τα φρικτά του δείπνα, ολέθριο. Αντίκρυ του ο Κηφεύς δεν παύει να τεντώνει τις παλάμες: εκείνη ως τη ραχοκοκαλιά, βυθιζόμενη, κρύβεται στο γαλάζιο. Αλλά ο Κηφεύς γέρνει πίσω το κεφάλι και τους ώμους και τις παλάμες. Αλλά όταν ανέτειλε η ορμητική δύναμη του Σκορπιού, απλωμένη πλατιά και πετώντας, εκείνη γλιστρά κάτω στις γαίες· και ο Ωρίων, χτυπημένος από φόβο, κρύβεται μαζί της. Με την άδειά σου, Παρθένε, ας εξηγήσω την αιτία αυτού του φόβου: έλα σ’ εμένα, σε ικετεύω, εξευμενισμένη, Άρτεμη. Αυτή είναι η ιστορία των ανθρώπων, αυτή η φήμη περιπλανιέται στις γαίες· πως κάποτε ο Ωρίων λέγεται πως άπλωσε βίαια χέρια στην Άρτεμη, περιπλανώμενος, παράφρων, στους ψηλούς λόφους, που τους κρατά η Χίος, στερεωμένη στον αιγαιακό βυθό, η Χίος, που τους βραχίονές της τους ντύνει η πράσινη άμπελος με το πέπλο της. Εκείνος, μανιασμένος, με ξέφρενη καρδιά σκότωνε άγρια θηρία, ποθώντας να στολίσει τα λαμπρά δείπνα του Οινοπίωνα. Αλλά ξαφνικά το νησί, χτυπημένο από τα πόδια της Άρτεμης, σχίστηκε, και, ξεριζώνοντας τους σκορπισμένους βράχους, τους τράνταξε, και φώτισε με φως τα τυφλά βάραθρα: από τα οποία ξεπρόβαλε, με πελώριο σώμα, μπροστά του, ο εχθρικός Σκορπιός, φέρνοντας μπροστά τη θλιβερή του αιχμή. Αυτός χτύπησε τον κυνηγό, λαίμαργο στο κυνήγι, με δυνατό χτύπημα, καρφώνοντας το θανατηφόρο δηλητήριο μέσα από τις πληγές στις φλέβες: εκείνος, πεθαίνοντας, έστρωσε τη γη με το βαρύ του σώμα. Γι’ αυτό, όταν ο Σκορπιός υψώνει τον εαυτό του με τα μεγάλα του φώτα, ο Ωρίων, φεύγοντας, εμπιστεύεται το σώμα του στις γαίες. Τότε αληθινά φεύγει η Ανδρομέδα, και το ποσειδώνιο Κήτος κρύβεται ολόκληρο· υποχωρεί, στραμμένος με το σώμα, ο Κηφεύς, αγγίζοντας τις ακρότατες γαίες με το μέσον του σώματός του. Αυτός μπορεί να βυθίσει το κεφάλι και τα άνω μέρη· αλλά η κάτω σκιά ποτέ δεν θα ντύσει τους λαγόνες του: γιατί οι Άρκτοι, διατρέχοντας με το φως τους, κρατούν πίσω τις κνήμες του. Και εκείνη συγχρόνως γλιστρά, δακρυσμένη, αναζητώντας την κόρη της, η Κασσιόπη· ούτε διώχνεται από τον ουρανό με χάρη, αλλά φέρεται αγγίζοντας, με την κορυφή στραμμένη κάτω, πρώτα τις γαίες, έπειτα με τους ώμους, με την έδρα αναποδογυρισμένη, φέρεται. Αυτή την τιμωρία της επιβάλλουν οι ευμενείς Νηρηίδες, με τις οποίες, λένε, τόλμησε να συναγωνιστεί στην ομορφιά. Δύει, σκυμμένη: αλλά το άλλο μέρος του Στεφάνου έχει ανατείλει, και τώρα όλη η Ύδρα είναι απλωμένη με την ουρά της. Αλλά ο Κένταυρος αποσπά το κεφάλι, και όλον τον εαυτό του, από τις σκοτεινές σκιές, αφήνοντας μικρά ίχνη των μπροστινών ποδιών σκεπασμένα: μόλις απλώσει τα φώτα του: ο ίδιος κρατά το θηρίο στο δεξί του χέρι. Αλλά τα υπόλοιπα περιμένουν την ανατολή του μεγάλου Τόξου. Έπειτα προχωρά ο Οφιούχος, με το κεφάλι και τα χέρια: συγχρόνως ο Όφις ανεβάζει το κεφάλι, και το ψηλότερο φως του λυγισμένου του σώματος. Εδώ εκείνος ο Γονυπετής ανατέλλει, στραμμένος με το σώμα, διατρέχοντας την κοιλιά, τα σκέλη, τους ώμους, και συγχρόνως το στήθος, και ρίχνοντας τις ακτίνες του με το δεξί του χέρι σε χαρούμενο φως. Έπειτα, όταν ο Τοξότης άρχισε να επισκέπτεται τα άνω φώτα, αναδύεται το κεφάλι του Γονυπετή, και συγχρόνως η λαμπρή Λύρα υψώνει τον εαυτό της, και ο Κηφεύς προβάλλει με το σώμα. Εκείνος ο φλεγόμενος Κύων υποχωρεί με όλο του το σώμα. Κρύβεται ο Ωρίων, δύει και ο Λαγωός, κρυμμένος στη σκιά· τα κατώτερα φώτα του Ηνιόχου πέφτουν στο γλίστρημά τους. Έπειτα ο Αιγόκερως, δύοντας, διώχνει από την ψηλή κορυφή τον Ηνίοχο, και την επιτακτική Αίγα, και τα μικρά Ερίφια συγχρόνως, και διώχνει κάτω το μεγάλο Πλοίο του αρχαίου ονόματος. Καταποντίζεται ο Προκύων. Με φτερωτό γλίστρημα αναδύονται από τις γαίες τα πετούμενα πουλιά. Προβάλλει το λαμπρό Βέλος. Αφήνοντας το δεξί σκέλος και πόδι, ο Περσεύς δύει στις κάτω περιοχές· έπειτα, υποχωρώντας, η Αργώ αφήνεται από την πρύμνη. Αλλά αφού ο Υδροχόος επισκέφθηκε την άνω τροχιά, και η ιερότατη έδρα του Νότιου Βωμού ανατέλλει· και ο Ίππος υψώνει τον εαυτό του ψηλά με τον ώμο και τα μπροστινά του πόδια. Η νύχτα δεν μπορεί να σκοτεινιάσει την αντικριστή ουρά του Κενταύρου, κυλώντας την προς τα κάτω μέρη, ούτε το κεφάλι του, και τους πλατείς ώμους, και το μεγάλο στήθος· και της Ύδρας, που είναι πλησιέστερη στον λαιμό του, τραβά κάτω τη σπείρα, και κρύβει το κοκκινίζον στόμα της. Αλλά τα υπόλοιπα στέκουν για πολύ με ακτινοβόλο φως, ούτε υποχωρούν από ψηλά, μαζί με το μισόθηρο, με τα πρόσωπά τους, ώσπου να ανατείλουν οι Ιχθύες με το διπλό τους σώμα. Και ο Ιχθύς ανατέλλει κοντά στον Αιγόκερω από τη θάλασσα, σε άλλο μέρος περιμένοντας την ανατολή του επικείμενου άστρου: έτσι οι ώμοι της Ανδρομέδας, και τα ξακουστά της σκέλη με τις κουρασμένες παλάμες, ανατέλλουν στη χωρισμένη εποχή των σημαδιών. Όταν πρώτα οι Ιχθύες ανατείλουν από τα επίπεδα κύματα, θα σου δοθεί να δεις τα δεξιά μέρη της Ανδρομέδας. Αλλά ο Κριός, αφήνοντας τις κάτω περιοχές, δείχνει τα αριστερά της στις γαίες. Περίπου εκείνη την εποχή θα δεις τον Βωμό να φυλάει τα δυτικά σύνορα της θάλασσας, και τον Περσέα ως τους ώμους στο ανατολικό μέρος. Είναι αμφίβολο αν ο Κριός, αργοπορώντας, ανεβάζει το στήθος του Περσέα, ή ο Ταύρος: με τον Ταύρο διατρέχει τον αιθέρα. Αλλά δεν θα νόμιζα πως αυτά παύουν, όταν ανατέλλει ο Ταύρος: γιατί κοντά τους λάμπουν τα άστρα του Ηνιόχου, τον οποίο ωστόσο ο Ταύρος δεν τον σπρώχνει όλον στις λαμπρές πνοές του φωτός, αλλά ολοκληρώνεται ανάμεσα στους ίδιους τους Διδύμους, αλλά τα δίδυμα Ερίφια, και η Αίγα με το αριστερό της πόδι, υψώνονται μαζί με το Βόδι: τότε το Κήτος ορθώνει την τερατώδη του ράχη, και τη λαμπρή του ουρά στον θόλο του ουρανού. Δύει και ο ίδιος ο Βοώτης, τώρα στο πρώτο του μέρος: τέσσερις αστερισμοί μόλις τον θάβουν στον πλατύ βυθό, και σταθερός, στο αριστερό μέρος της δυτικής Άρκτου, κυλιέται πάνω. Και τα δύο πόδια, ως το δίδυμο γόνατο του Οφιούχου, υποχωρώντας στον ουρανό, και γλιστρώντας κάτω από τα αχανή νερά, ανατέλλοντας αλλού, θα μπορέσουν να δείξουν τους Διδύμους. Τώρα από καμιά μεριά το Κήτος δεν φαίνεται κοντινό, ωστόσο σύντομα θα πρέπει να το προσμένεις, όταν πια οι πρώτες τάξεις του Ποταμού έρθουν στο μέσον, για να τις διακρίνουν οι ναυτικοί στον βυθό, οι οποίοι, προσμένοντάς τον, αναμένουν το μεγάλο σημάδι του Ωρίωνα: δηλαδή, για να ανοιχτεί ο δρόμος του πλοίου και το μέτρο της νύχτας, τέτοια σημάδια, όσα οι Θεοί έδωσαν πολλά στο γένος των ανθρώπων.
Quod si Solis aves certos cognoscere cursus,
ortus Signorum nocturno temporer vises;
nam semper signum
exoriens Titan trahit unum.
Sin autem officiens signis mons obstruet altus,
aut adiment lucem caeca caligine nubes,
595
certas
ipse notas caeli de tegmine sumens,
ortus
atque obitus omnes cognoscere possis.
Quae simul exsistant, cernes; quae tempore eodem
praecipitent obitum nocturno tempore, nosces.
Nam simul ut supero se totum lumine Cancer
600
extulit,
extemplo cedit delapsa Corona;
et loca
convisit cauda tenus infera Piscis.
Dimidiam
retinet stellis distincta Corona,
partem
jam supera, atque alia de parte repulsa est:
quam
tamen insequitur Piscis, nec totus ad umbras
605
tractus, sed supero contectus corpore cedit:
atque
humeros usque a genibus, camurumque recondit
Anguitenens
validis magnum a cervicibus Anguem.
Jam vero
Arctophylax non aequa parte secatur:
nam
brevior clara caeli de parte videtur;
610
amplior
infernas depulsus possidet umbras.
Quatuor hic
obiens secum deducere signa
signifero
solet ex orbi; tum serius ille,
quum
supera sese satiavit luce, recedit,
post mediam labens
claro cum corpore noctem.
615
Haec obscura
tenens convertit sidera tellus.
At
parte ex alia claris cum lucibus errat
Orion, humeris et lato pectore fulgens,
et dextra retinens
non cassum luminis Ensem.
Sed quum de terris vis est patefacta Leonis,
620
omnia,
quae Cancer praeclaro detulit ortu,
cedunt
obscurata; simul vis magna Aquilai
pellitur,
ac flexo considens corpore Nisus
jam
supero ferme depulsus lumine cedit:
sed laevum genus, atque illustrem linquit in altum
625
plantam. Tum contra
exoritur clarum caput Hydrae,
et
Lepus et Procyon, qui sese fervidus infert
ante
Canem; inde Canis vestigia prima videntur.
Non pauca e
caelo depellens signa, repente
exoritur
candens illustri lumine Virgo.
630
Cedit clara
Fides Cyllenia, mergitur unda
Delphinus,
simul obtegitur depulsa Sagitta,
atque Avis ad summam caudam, primasque recedit
pinnas, et magnus
pariter delabitur Amnis.
Hic Equus a
capite, et longa cervice latescit.
635
Longius
exoritur jam claro corpore Serpens;
Crateraque
tenus lucet mortalibus Hydra.
Inde pedes
Canis ostendit jam posteriores,
et post ipse
trahit claro cum lumine puppim.
Insequitur
labens per caeli lumina Navis;
640
haec
medium ostendit radiato stipite malum;
et jamjam toto
processit corpore Virgo.
At quum
procedunt obscuro corpore Chelae,
exsistit
pariter larga cum luce Bootes,
cujus in adverso est Arcturus corpore fixus;
645
totaque
jam supera fulgens prolabitur Argo,
Hydraque, quod
late caelo dispersa tenetur,
nondum
tota patet; nam caudam contegit umbra.
[Anguitenens autem renovata luce refulget.]
Jam dextrum genus, et decoratam lumine suram
650
erigit
ille vacans vulgato nomine Nixus,
qui
Fidis Arcadicae semper confinia tangit:
quem nocte exstinctum atque exortum vidimus una
Persaepe, ut parvum tranans geminaverit orbem.
hic genus et suram cum Chelis erigit alte:
655
ipse
autem praeceps obscura nocte tenetur,
dum
Nepa et Arcitenens invisant lumina caeli.
Nam
secum medium pandet Nepa; tollere vero
in caelum totum
exoriens conabitur Arcus.
Hic tribus elatus cum signis corpore toto
660
lucet:
at exoritur media de parte Corona,
caudaque
Centauri extremo candore refulget.
Hic se jam totum caecas Equus abdit in umbras,
quem
rutila fulgens pluma praetervolat Ales.
Occidit
Andromedae clarum caput, et fera Pistrix
665
labitur, horribiles
epulas funesta requirens.
Hanc contra
Cepheus non cessat tendere palmas:
illa
usque ad spinam mergens se caerula condit.
At Cepheus caput atque humeros palmasque reclinat.
Quum vero vis est vehemens exorta Nepai,
670
late
fusa volans [in terras labitur unda;
Orionque metu
perculsus conditur una.
Pace hujus liceat causam explicuisse timoris,
Virgo, tua: mihi, quaeso, veni placata,
Diana.
Haec fama est
hominum, haec] per terras fama vagatur;
675
ut
quondam Orion manibus violasse Dianam
dicitur, excelsis errans in collibus amens,
quos
tenens Aegeo defixa in gurgite
Chius
brachia
cui viridi convestit tegmine vitis.
Ille feras
vecors amenti corde necabat,
680
Oenopionis avens epulas ornare nitentes.
At vero
pedibus subito perculsa Dianae
insula
discessit, disjectaque saxa revellens
perculit,
et caecas lustravit luce lacunas:
e
quibus ingenti exsistit cum corpore prae se
685
Scorpius
infestus, praeportans flebile acumen.
Hic valido
cupide venantem perculit ictu,
mortiferum in venas figens per vulnera virus:
ille
gravi moriens constravit. corpore terram.
Quare quum
magnis sese Nepa lucibus effert,
690
Orion fugiens
commendat corpora terris.
Tum vero fugit
Andromeda, et Neptunia Pistrix
tota
latet; cedit conversa corpore Cepheus,
extremas
medio contingens corpore terras.
Hic caput et superas potis est demergere partes;
695
infera
lumborum numquam convestiet umbra:
nam retinent Arctae
lustrantes lumine suras.
Labitur illa
simul gnatam lacrymosa requirens
Cassiepeia,
neque ex caelo depulsa decore
fertur
: nam verso contingens vertice primum
700
terras,
post humeris, eversa sede, refertur.
Hanc illi tribuunt poenam
Nereides almae,
cum
quibus, ut perhibent, ausa est contendere forma.
Haec obit
inclinata: at pars exorta Coronae est
altera,
cum caudaque omnis jam panditur Hydra.
705
At caput, et totum sese Centaurus opacis
eripit
e tenebris, linquens vestigia parva
antepedum
contecta: simul quum lumina pandit:
ipse
feram dextra retinet. [Sed caetera magni
exspectant
Arcus ortum.] Prolabitur inde
710
Anguitenens capite et manibus: profert simul Anguis
jam caput, et
summum flexo de corpore lumen.
Hic ille
exoritur conversas corpore Nisus,
alvum,
crura, humeros, simul et praecordia lustrans,
et
dextra radios laeto cum lumine jactans.
715
Inde
Sagittipotens superas quun visere luces
institit, emergit Nisi caput, et simul effert
sese clara Fides, et
prodit corpore Cepheus.
Fervidus ille
Canis toto cum corpore cedit.
Abditur Orion, obit et Lepus abditus umbra;
720
inferiora
cadunt Aurigae lumina lapsu.
Inde obiens
Capricornus ab alto culmine pellit
Aurigam, instantemque Capram, parvos simul Haedos,
et
magnam antiquo depellit nomine Navem.
Obruitur Procyon. Emergunt alite lapsu
725
e
terris volucres. Exsistit clara Sagitta.
Crus dextrumque
pedem linquens obit infera Perseus
in loca
; tum cedens a puppi linquitur Argo.
[At postquam superum convisit Aquarius orbem,
Australisque
Arae surgit sanctissima sedes;
730
seque
humero et pedibus primis Equus exserit alte.
Centauri
oppositam devolvit ad infera caudam
nox, caput, et latos humeros, et pectora magna
non
potis obscurare; et Hydrae, quae proxima collo est,
subducit
spiram, rutilantiaque ora recondit.
735
Caetera sed
longum radianti lumine perstant,
nec
prius a superis cedunt, cum semifero, oris
omnia,
quam surgant geminato corpore Pisces.
Surgit et
Aegoceri vicinus ab aequore Piscis,
parte alia exspectans instantis sideris ortum:
740
sic
humeri Andromedae, et cum lassis inclyta palmis
crura
bipartito signorum tempore surgunt.
Quum primum planis Pisces orientur ab undis,
Andromedes
dextras dabitur tibi cernere partes.
At laevas Aries, linquens inferna locorum,
745
ostendit
terris. Illo sub tempore ferme
Hesperii
servantem Aram confinia ponti,
Perseaque usque
humeros Eoa in parte videbis.
Hoc dubium est,
cessansne Aries praecordia Persei
adtrahat, an Taurus:
Tauro simul aethera lustrat.
750
Sed non
desinere haec, Tauro exoriente, putarim:
nam
vicina illis Aurigae sidera fulgent,
quem tamen haud totum dias in luminis auras
Taurus agit, Geminis sed enim completur in ipsis,
sed
duplices Haedi, et cum planta Capra sinistra
755
cum
Bove se tollunt: tunc terga immania Pistrix
erigit,
et caeli splendentem in fornice caudam.
Occidit ipse
etiam prima jam parte Bootes:
quatuor
hunc lato vix condunt sidera ponto,
laevaque in occiduae
constans subvolvitur Ursae.
760
Ambo pedes,
usque ad geminum genus Anguitenentis,
cedentes
caelo, atque immensa sub aequora lapsi,
surgentes alibi poterunt
monstrare Gemellos.
Jam lateri
Pistrix nulli vicina videtur,
mox
visenda tamen, quum jam Fluvii agmina prima
765
in
medio venient nautae cernenda profundo,
qui
signum exspectans magnum manet Oriona:
nempe iter ut ratis, et noctis mensura patescat,
qualia
plura hominum generi Di signa dederunt.]
43 Prognostica (Τα Σημάδια του Καιρού). 1. Ο φύλακας του αιγογέννητου κοπαδιού, από τον απέραντο βυθό. (Πρισκιανός, 6) 2. Με τα πλοία παρμένα στο κατάστρωμα, να αναζητείς τα πλεούμενα ακρόπρυμνα στολίδια. (Πρισκιανός, 7) 3. Τον οποίο ούτε καταιγίδα θα καταστρέψει, ούτε η μακρά παλαιότητα θα αφανίσει, σβήνοντας τα λαμπρά κοσμήματα του ουρανού. (Πρισκιανός, 10) 4. Όπως όταν η Σελήνη, περνώντας, εμποδίζει τον κύκλο του Υπερίωνα, οι ακτίνες σβήνουν, σκεπασμένες με τυφλό σκοτάδι. (Πρισκιανός, 10) 5. Αλλά και η Φάτνη, που πυρακτώνεται με ισχνό φως. (Πρισκιανός, 16) 6. Και επιπλέον συχνά προμηνύει τους ανέμους που θα έρθουν, η θάλασσα φουσκωμένη, όταν ξαφνικά και από τα βάθη φουσκώνει, και οι ασπρισμένοι βράχοι της αλμύρας, αφρίζοντας με χιονάτο αφρό, συναγωνίζονται να αποδώσουν στον Ποσειδώνα τις θλιβερές τους φωνές· ή όταν ένα πυκνό τρίξιμο, που γεννήθηκε από την ψηλή κορυφή του βουνού, δυναμώνει πιο δυνατά, συχνά με την αντήχηση από τους γκρεμούς. Όμοια η σταχτιά φαλαρίδα, φεύγοντας από τον βυθό της θάλασσας, αναγγέλλει με την κραυγή της πως φοβερές θύελλες πλησιάζουν, χύνοντας όχι μικρά τραγούδια από τον ριγηλό της λάρυγγα. (Κικέρων, Περί Μαντικής, I, 8) 7. Κι εσείς βλέπετε τα σημάδια, θρέμματα του γλυκού νερού, όταν, με κραυγή, ετοιμάζεστε να χύσετε τις άδειες σας φωνές, και με παράλογο ήχο ξεσηκώνετε τις πηγές και τα τέλματα. Συχνά επίσης ο πράσινος βάτραχος τραγουδά από το στήθος ένα πένθιμο τραγούδι, και τα χαράματα ο μικρός γκιώνης επιμένει με τις φωνές του, με τις φωνές επιμένει, και ρίχνει από το στόμα ακατάπαυστους θρήνους, όταν πρώτα η Αυγή στέλνει πίσω τις παγωμένες δροσιές. Και κάποτε η μαυριδερή κουρούνα, τρέχοντας κατά μήκος των ακτών, βύθισε το κεφάλι και δέχτηκε το κύμα στον λαιμό της. (Κικέρων, Περί Μαντικής, I, 8, 9) 8. Και τα απαλόποδα βόδια, κοιτάζοντας τα φώτα του ουρανού, ρούφηξαν με τα ρουθούνια από τον αέρα τον υγρό χυμό. (Κικέρων, Περί Μαντικής, I, 9) 9. Και τώρα αληθινά πάντα πράσινο και πάντα φορτωμένο το σχίνο, που συνηθίζει να μεστώνει με τριπλό καρπό, ρίχνοντας τρεις φορές καρπούς, δείχνει τις τρεις εποχές του οργώματος. (Κικέρων, Περί Μαντικής, I, 9)
FRAGMENTA
1 Caprigeni pecoris custos de gurgite
vasto. (Prisc., 6)
2 Navibus assumptis fluitantia
quaerere aplustra. (Prisc., 7)
3 Quem neque tempestas perimet,
neque longa vetustas
Interimet, stinguens praeclara insignia caeli.
(Prisc., 10)
4 Ut quum Luna means Hyperionis
officit orbi,
Stinguuntur radii caeca caligine tecti.
(Prisc., 10)
5 Ast autem tenui quae candet
lumine Phatne. (Prisc., 16)
6 Atque etiam ventos praemonstrat
saepe futuros
Inflatum mare, quum subito penitusque tumescit,
Saxaque cana salis niveo spumata liquore
Tristificas certant Neptuno reddere voces;
Aut densus stridor quum celso e vertice
montis 5
Ortus adaugescit scopulorum saepe repulsu.
Rana/Rava fulix itidem fugiens e gurgite ponti
Nuntiat horribiles clamans instare procellas,
Haud modicos tremulo fundens e guttere cantus.
(Cic., Divin., I, 8)
7 Vos quoque signa videtis, aquai
dulcis alumnae,
Quum clamore paratis inanes fundere voces,
Absurdoque sono fontes et stagna cietis.
Saepe etiam pertriste canit de
pectore carmen
Et matutinis acredula vocibus
instat, 5
Vocibus instat, et assiduas jacit ore querelas,
Quum primum gelidos rores Aurora
remittit.
Fuscaque nonnumquam cursans per litora cornix
Dermersit caput et fluctum cervice recepit.
(Cic., Divin., I, 8, 9)
8
Mollipedesque boves spectantes lumina caeli
Naribus humiferum duxere ex aere succum.
(Cic., Divin., I, 9)
9 Jam
vero semper viridis semperque gravata
Lentiscus triplici solita grandescere fetu,
Ter fruges fundens tria tempora monstrat arandi.
(Cic., Divin., I, 9